Αναζητώντας μια στρατηγική και εφευρίσκοντας μια πολιτική που να την υλοποιεί

«Το φταίξιμο αγαπητέ Βρούτε, δεν βρίσκεται στα άστρα μας, αλλά μέσα σε εμάς τους ίδιους, όσο παραμένουμε υποτακτικοί» 
Ιούλιος Καίσαρας, Ουίλιαμ Σαίξπηρ

Ελάχιστη συζήτηση διεξάγεται στη χώρα μας για την πορεία και τις προοπτικές της Ευρώπης και της Ε.Ε. Παρ’ όλο που βρισκόμαστε στις εμπροσθοφυλακές μιας ρήξης που θα έρθει (κυρίως με τη μερκελική πολιτική), συζητάμε ελάχιστα για το τι συμβαίνει και το τι γίνεται στην Ευρώπη. 
Οι Ευρωεκλογές θα αποτυπώσουν, σε ένα βαθμό, τι εντύπωση δημιουργείται στους Ευρωπαίους πολίτες αναφορικά με την οικοδόμηση και την πορεία της Ε.Ε. Μάλιστα, θα διεξαχθούν σε συνθήκες που οι αρνητικές γνώμες αποκτούν πλειοψηφικά χαρακτηριστικά σε ορισμένες χώρες. Ο ευρωσκεπτικισμός κερδίζει έδαφος στο διαμορφούμενο ευρωπαϊκό οικονομικό στρατόπεδο.
Το τοπίο μετά τις Ευρωεκλογές θα αλλάξει. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε ούτε σε τι βαθμό, ούτε τι νέες πιθανές πολιτικές θα εφαρμόσουν οι βασικές δυνάμεις. Φαίνεται, πάντως, ότι θα είναι δυσμενέστερο προς την ευρωκρατία. Η γερμανική ηγεμονία βρίσκεται απέναντι σε πολλαπλές αντιθέσεις και με ποικίλες αμφισβητήσεις: Δεξιού, λεπενικού, ευρωσκεπτικιστικού, δημοκρατικοριζοσπαστικού κ.λπ. τύπου.

Πολιτικά δεν έχει οικοδομηθεί ένα μέτωπο ενάντια στην μερκελική Ε.Ε., ούτε στη γερμανοποιούμενη Ευρώπη. Τέτοιες φωνές και στόχοι υπάρχουν σε Ελλάδα και Ιταλία. Αλλού, η αντίθεση στο γερμανικό εναγκαλισμό εκφράζεται με την αντίθεση στο ευρώ και η συζήτηση για το ρόλο του, την ανάγκη του, την απόρριψή του κ.λπ. έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις, καθώς το σκέφτονται σοβαρά και τμήματα του κεφαλαίου στην Ευρώπη. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, όλα δείχνουν ότι η αντίθεση προς το ευρώ θα ισχυροποιηθεί και η επιτυχία της Λεπέν θα τραντάξει σοβαρά τις υπάρχουσες σχέσεις. Επομένως, η ευρωκρατία, και ιδίως η μερκελική πτέρυγά της, είναι πλέον αντιμέτωπη όχι με περιθωριακές ακραίες αμφισβητήσεις. Βλέπει να πιέζεται από μεγάλα κόμματα που πλέον εγκαθίστανται στην καρδιά του πολιτικού συστήματος μεγάλων χωρών: Στη Βρετανία (Φάρατζ) στη Γαλλία (Λεπέν), στην Ιταλία (Γκρίλλο), στην Ελλάδα (ΣΥΡΙΖΑ). 

Η κρίση, όμως, αρχίζει να μετατοπίζεται από την στενή οικονομική σφαίρα και αποκτά εντονότερα γεωπολιτικές διαστάσεις. Παράδειγμα, η Ουκρανία – αλλά όχι μόνο. Τα σύνορα της Ευρώπης ρευστοποιούνται. Και προς Ανατολάς έχουμε το δεύτερο πόλεμο σε ευρωπαϊκό έδαφος όπου ο διαμελισμός ή η ομοσπονδοποίηση της Ουκρανίας δίνει τον τόνο (ο πρώτος πόλεμος οδήγησε στην εξαφάνιση της Γιουγκοσλαβίας πριν από 15 χρόνια). Στο Νότο, η Μέση Ανατολή «εισβάλλει» στην Ευρώπη. Εν ολίγοις, η Ευρώπη είναι αντιμέτωπη με γεωπολιτικές επιλογές.

Μπροστά σε αυτές τις γεωπολιτικές διαστάσεις φαίνεται πόσο «μικρή» είναι η ευρωκρατία σήμερα: Εθισμένη σε μεθόδους οικονομικής κυριαρχίας ή οικονομικού εξαναγκασμού, διασπασμένη πολιτικά όσον αφορά προσανατολισμούς και στρατηγικές, με πρωτόγνωρη αντιφατικότητα, όλοι εναντίων όλων για την παραμικρή ντιρεκτίβα, με έντονη καθοδηγητική ανεπάρκεια σε γεωπολιτικά παιχνίδια, αφήνεται να παρασυρθεί στις αγκαλιές του ευρωατλαντισμού. Η κοινή πλεύση με τις ΗΠΑ και οι υποχωρήσεις απέναντί τους δημιουργούν ένα νέο «ευρωαμερικανικό» τοπίο επί της Γηραιάς Ηπείρου, που ίσως τροφοδοτήσει ένα γύρο «ψυχρού πολέμου» με τη Ρωσία του Πούτιν και έτσι οριστούν γραμμές αντίστασης της «Δύσης που δύει» υπό την απειλή των BRICS. 

Σε αυτό το πλαίσιο προωθείται η περίφημη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων ή άλλως TTIP ή άλλως Μεγάλη Διατλαντική Αγορά, που αφαιρεί από τα κράτη βασικές αρμοδιότητες ελέγχου και νομοθεσίας σε καίρια θέματα. Περιορίζεται η κυριαρχία σε ζωτικούς τομείς: Η ασφάλεια των τροφίμων, τα στάνταρτ για τις χημικές και τοξικές ουσίες, οι τιμές στην υγειονομική περίθαλψη και στα φάρμακα, η ελευθερία του Διαδικτύου και η ιδιωτική ζωή των καταναλωτών, η ενέργεια και οι «υπηρεσίες» πολιτισμού, τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και τα πνευματικά δικαιώματα, οι φυσικοί πόροι, οι επαγγελματικές άδειες, οι δημόσιες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, η μετανάστευση, ο κυβερνητικός εφοδιασμός: δεν υπάρχει ούτε μια σφαίρα δημοσίου συμφέροντος που δεν θα υπόκειται στο θεσμοθετημένο «ελεύθερο εμπόριο». Η συμμετοχή των πολιτικών εκπροσώπων θα περιοριστεί σε διαπραγμάτευση με τον ιδιωτικό τομέα για τα λίγα ψίχουλα της κυριαρχίας που είναι πρόθυμος να τους αφήσει. Και όπως είχε αναφέρει ο Ντέιβιντ Ροκφέλερ, «…κάποιο πράγμα πρέπει ν’ αντικαταστήσει τις κυβερνήσεις και η ιδιωτική εξουσία μου φαίνεται η πιο πρόσφορη οντότητα για να το πραγματοποιήσει»… 

Γενικά, η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας πρέπει να εξοβελιστεί και με πρακτικούς τρόπους. Προς τα εκεί τείνει η αρχιτεκτονική της Ε.Ε. Τώρα εξετάζεται να θεσμιστεί ένα νέο εργαλείο: Οι «δεσμευτικές συμφωνίες» που θα υπογράφονται μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των κρατών-μελών. Αυτές οι δεσμευτικές συμφωνίες θα τείνουν να εκθεμελιώσουν όλες τις εθνικές κοινωνικές πολιτικές. Η έγκριτη Μοντ Ντιπλοματίκ τις χαρακτηρίζει ως «νέο φονικό όπλο».

Όλες αυτές οι διαστάσεις δεν φαίνεται να πολυαπασχολούν την ευρωπαϊκή Αριστερά. Αποσπασματικά, όμως, θίγονται και τέτοια ζητήματα. Το Μέτωπο της Αριστεράς στη Γαλλία (μέτωπο που αποτελείται από το Κόμμα της Αριστεράς, το Κ.Κ. Γαλλίας, το Κ.Κ. Εργαζομένων της Γαλλίας, Εναλλακτικοί, Κοινωνική και Οικολογική Εναλλακτική, δυνάμεις που αποχώρησαν από το NPA κ.λπ.) κατεβαίνει στις εκλογές με δύο βασικά συνθήματα: “Να βάλουμε τέλος στην λιτότητα, να ανοίξουμε το δρόμο για μια δημοκρατική, οικολογική, κοινωνική ανάκαμψη”. Το δε Kόμμα της Αριστεράς δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της TTIP. 

Η Ελλάδα και η ευρωπαϊκή διάσταση

Προβάλλοντας το σύνθημα Για μια άλλη Ελλάδα σε μια άλλη Ευρώπη, υποδεικνύουμε ότι όχι απλά δεν αδιαφορούμε, αλλά αντίθετα δίνουμε μεγάλη σημασία στην ευρωπαϊκή διάσταση της χώρας. Γιατί, στις σημερινές συνθήκες, ο εθνικός δρόμος από τον οποίο και εκκινούμε, οφείλει να τροποποιεί το διεθνή συσχετισμό, εάν θέλει να υπάρξει και να προωθηθεί. Αυτό απαιτεί πολλά και σε διαφορετικά επίπεδα: Κοινούς στόχους των ευρωπαϊκών κινημάτων, δυνατότητα για ευρωπαϊκές πολιτικές σε διαφορετική κατεύθυνση από τη σημερινή, άρνηση των εκβιασμών από το ευρωπαϊκό κέντρο (με την αντίστοιχη όμως προετοιμασία και χωρίς εύκολες αναγνώσεις περί «ντόμινο», όταν μάλιστα έρχονται στην επιφάνεια σχεδιασμοί όπως το σχέδιο «Ζ») συνεργασίες κρατών, συμμαχία Νότου, αλληλεγγύη κινημάτων ή χωρών με πιθανές αριστερές κυβερνήσεις κ.ά. 

Πιο συγκεκριμένα, η ευρωπαϊκή αναγκαιότητα στην παρούσα ιστορική συγκυρία και ενταγμένη σε μια πολιτική διεξόδου της Ελλάδας, βρίσκεται σε αντιδιαστολή:

Με την Ευρωκρατία. Δηλαδή με όλο το πλαίσιο, τις ρυθμίσεις, τους νόμους, τις δομές που χτίζονται και καθοδηγούν την Ευρώπη υπό την ηγεμονία του μερκελισμού, οδηγώντας χώρες σε λεηλασία και αποικιοποίηση και λαούς σε εξαθλίωση. 

Με την Ευρώπη του κεφαλαίου και του νεοφιλελευθερισμού, ως μια γενικώς ταξική επίθεση σε όλες τις χώρες. Η αντίθεση Βορρά-Νότου δεν μπορεί να ξεχνιέται ή να κρύβεται. Αντίθετα, οξύνεται και αποτελεί στοιχείο μιας ανατρεπτικής πολιτικής. 

Με τον κενολόγο, υποταγμένο και προσχηματικό Ευρωπαϊσμό. Τόσο με τις φαντασιώσεις για μια επαναθεμελίωση της Ε.Ε. στη βάση κάποιων αρχών που έχουν τάχα φθαρεί, όσο και με τον περιορισμό των στόχων έτσι ώστε να μην αμφισβητούν τις υπαρκτές θεσμίσεις. 

Με τον εκτεταμένο Ευρωσκεπτικισμό που φαντασιώνεται την επιστροφή σε μια προηγούμενη κατάσταση. Είτε με αφετηρία συντηρητικές έως και αντιδραστικές θέσεις (από το γαλλικό φαινόμενο Λεπέν μέχρι την ακροδεξιά) είτε ενταγμένο σε ριζοσπαστικές εθνολαϊκές προοπτικές που υποτιμούν την ανάγκη για την αλλαγή και των ευρωπαϊκών συσχετισμών. 

Με τη γραμμή για τις Σοσιαλιστικές, Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Γιατί ακόμα κι όταν αναγνωρίζει τις νέες πραγματικότητες και ανάγκες που γεννά η διεθνοποίηση του κεφαλαίου, καταλήγει τελικά σε μια εκδοχή παγκόσμιας επανάστασης, αρνούμενη με απόλυτο τρόπο εθνικούς δρόμους, ιδιομορφίες και ανισομετρίες. Αλλά και από την εκδοχή που βλέπει διαδοχικά την ντόπια κατάληψη της εξουσίας, την απόσυρση και το χτίσιμο του σοσιαλισμού σε διάφορες και ξεχωριστές χώρες που στη συνέχεια συνενώνονται. 

Από την άλλη μεριά βρισκόμαστε σε συμπόρευση:

Με μια ανατρεπτική και συγκρουσιακή λογική, όπου ένας πολυπολικός, πολυκεντρικός κόσμος θα αποτελεί ευνοϊκή εξέλιξη και στόχο. Αυτό δεν θα λύσει το ζήτημα όσων παλεύουν για ανατροπές, αλλά θα δώσει περισσότερο χώρο τόσο σε προσπάθειες εντός των χωρών (κινήματα) όσο και σε έθνη-κράτη-οντότητες για να κρατηθούν και να αναπνεύσουν. Αυτό δεν σημαίνει «ηρεμία» αλλά νέες αντιθέσεις, στρατόπεδα, συμμαχίες, αναδιατάξεις, γεωπολιτικές «σφαίρες» και άρα συγκρούσεις. 

Με μια εθνική και δημοκρατική οπτική ενάντια στο στραγγάλισμα, τους καταναγκασμούς, την ισοπέδωση και όπου οι περιφερειακές δομές είναι αναγκαίες και επιβεβλημένες για μια πορεία στην παγκόσμια πραγματικότητα. Για λόγους οικονομικούς αλλά και πολιτικής δύναμης. 
Το άθροισμα όλων αυτών των συγκρουσιακών, δημοκρατικών, εθνικών λόγων συνιστά μια σύγχρονη κομμουνιστική στρατηγική υπό διαμόρφωση.

Μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή

Πρωτίστως, μέσα από έναν διαφορετικό πολιτικό δρόμο. Όχι δηλαδή στενά μέσα από κάποιες οικονομικές επιλογές και αποφάσεις. Οι αντινεοφιλελεύθερες ρητορείες και οι κάθε είδους διεκδικητισμοί -είτε για τον Νότο είτε για τους εργαζόμενους- αντιμετωπίζουν και εγκλωβίζουν το πρόβλημα -άρα και τη διέξοδο- στο «πού θα βρεθούν τα λεφτά». Ενώ το βασικό αιτούμενο είναι ένας νέος καταστατικός χάρτης δημοκρατικής πολιτικής συμμετοχής. Ένας δρόμος πολιτικής συγκρότησης της Ευρώπης που θα ορίσει αντίστοιχες διαδικασίες, διαπραγματεύσεις, συγκλίσεις. Και αυτό είναι αναγκαίο και εφικτό, τώρα. 

Η νεοφιλελεύθερη, γερμανική, τραπεζική κ.λπ. Ευρώπη δεν είναι μια απλή πολιτική ηγεμόνευση που αλλάζει με την αλλαγή συσχετισμών. Η υπαρκτή Ε.Ε. είναι μορφή ενός σκληρά διαμορφωμένου ιμπεριαλιστικού υπερκράτους με αντίστοιχους θεσμούς. Ενώ και οι «αγορές», οι «οίκοι», τα «ιδρύματα» έχουν αυξήσει κατά πολύ το ρόλο τους. Ακόμα π.χ. κι αν τα ισχυρά κέντρα της Ε.Ε. επέλεγαν ενός είδους επιστροφής του συστήματος από την χρηματοοικονομική του διάσταση στην πραγματική οικονομία, όλοι αυτοί οι «μη θεσμικοί» παίκτες θα δημιουργούσαν εμπόδια. Άρα, η διαμόρφωση μιας άλλης Ευρώπης προϋποθέτει ρήξεις ευρέως και κλασικού τύπου, ένα είδος γκρεμίσματος που δεν τελειώνει στην αλλαγή κάποιων συσχετισμών και μάλιστα μέσω εκλογών, όπως πρεσβεύει ο ευρωπαϊσμός. 

Από τη σκοπιά της Ελλάδας
(Αν και υπάρχουν πολλοί που ακόμα δεν καταλαβαίνουν τις έννοιες «χώρα», «Ελλάδα» κ.λπ. και τους μυρίζουν εθνικιστική παρέκκλιση…)

Η χώρα πρέπει να πάρει θέση με το μικρό της βάρος στο παγκόσμιο πρόβλημα. Να πάρει θέση για λογαριασμό της. Όχι, όμως, από εθνοκεντρική-επαρχιώτικη σκοπιά και αντίστοιχη μονομερή, ιδιοτελή θέση. 
Πρέπει να εφεύρουμε μια θέση ευρωπαϊκή, αντιμερκελική, όπως την περιγράψαμε αχνά πιο πάνω. Οι επιλογές να συμβαδίσουμε με τις ΗΠΑ ή με την Ρωσία -όσο μας προσφέρονται και αν μας προσφέρονται- είναι επικίνδυνες και μπορούν εύκολα να μας οδηγήσουν μέσα από κάποια ίσως «αναγκαία ανοίγματα» ή «προσωρινούς συμβιβασμούς» στον εγκλωβισμό της χώρας σε διαμορφούμενες νέες «σφαίρες επιρροής». 
Ταυτόχρονα, η ρήξη με την ευρωκρατία -ό,τι μορφή κι αν πάρει- υπόκειται στους περιορισμούς εθνικών και οικονομικών κινδύνων. Δεν είμαστε στο Λουξεμβούργο, υπάρχει σαφέστατη τουρκική απειλή, ενώ διαμελιστικές επιλογές (τύπου Γιουγκοσλαβίας;) δεν μπορούν να αποκλείονται. Με αυτό το δεδομένο, το σενάριο «έξοδος από το ευρώ και ταχεία μετάβαση στο σοσιαλισμό», φαίνεται απελπιστικά ρηχό και μετέωρο. 

Επομένως η «εφεύρεση» μιας εναλλακτικής πολιτικής που λαμβάνει υπ’ όψιν την ευρωπαϊκή διάσταση, αλλά και τις γεωπολιτικές μετατοπιζόμενες τεκτονικές πλάκες, οφείλει να εξασφαλίζει την ελλαδική υπόσταση, στηριζόμενη κυρίως στις πλάτες του λαϊκού παράγοντα (οι λαοί κουβαλούν βουνά στους ώμους…) και να πατά γερά στη δημιουργία ενός κοινωνικού πολιτικού ρεύματος διεξόδου. Δεν πρόκειται για απλή «διαπραγμάτευση», αλλά για διαδικασία μετασχηματισμού μιας χώρας, μετάβασης και ρήξεων, μια διαδικασία κατεξοχήν πολιτική.
Μια τέτοια «εφεύρεση» δεν μπορεί παρά να έρθει σε ρήξη και με όλα τα στερεότυπα του χτες. Ο γενικόλογος ευρωπαϊσμός μιας παρωχημένης εποχής δεν μπορεί να δώσει καμιά προωθητική ιδέα. Αντίθετα, καθηλώνει και γίνεται νοσταλγικός-ρομαντικός. Η χθεσινή Ευρώπη κλυδωνίζεται, μεταμορφώνεται, αδειάζει από κάθε δημοκρατικό και κοινωνικό στοιχείο, το εποικοδόμημά της, οι θεσμοί της, οι νομοθεσίες της, καταργούν κάθε έννοια πολιτικής ως αποφασιστικού πεδίου συμμετοχής και παρέμβασης. Κι όχι μόνο κλυδωνίζεται, ακροβατεί, αλλάζει προσανατολισμούς, αναζητεί νέες στρατηγικές. Χτεσινοί άξονες, στυλοβάτες του εγχειρήματος, έχουν καταρριφθεί, το ευρώ τρεμοσβήνει, ξαναπαίρνει ώθηση ο ευρωατλαντισμός, ανατέλλει η Ευρώπη των σπαρασσόμενων εθνικισμών, ο φασισμός ξανασηκώνει κεφάλι, ο πόλεμος ξαναφουντώνει στη Γηραιά Ήπειρο.

Μόνο μια δημοκρατική επανάσταση, μόνο μια επανάσταση της Δημοκρατίας μπορεί να ανοίξει άλλο δρόμο. Κάτι ανάλογο και αντίστοιχο της επανάστασης του 1848. Δύο μεγάλοι πολιτικοί στόχοι μπορούν να ανοίξουν το δρόμο μιας μεγάλης ευρωπαϊκής, πανευρωπαϊκής στροφής (επανάστασης-ριζικής αλλαγής) που να φέρει τη σφραγίδα του κόσμου της εργασίας και των λαών της Ευρώπης:
Να γκρεμιστεί η γερμανική Ευρώπη, η κυριαρχία του μερκελισμού. Αυτός ο πολιτικός στόχος μπορεί σήμερα να συνενώσει πολλές δυνάμεις και να δημιουργήσει άλλους όρους.

Να προωθηθεί η ενότητα του Νότου ενάντια στον Βορρά της Ευρώπης. Δεν πρόκειται για απλά γεωγραφικούς όρους. Πρόκειται κυρίως για διαδικασίες συντονισμού, κοινών στόχων, κοινών διεκδικήσεων, ενότητας ανάμεσα σε δυνάμεις που αντικειμενικά (και υποκειμενικά στην συνέχεια) έχουν πρωταρχικό συμφέρον (για να επιζήσουν) να συμπαραταχθούν ενάντια στον «Βορρά».

Τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όσο και σε τοπικό (ελλαδικό) επίπεδο η εναλλακτική προοπτική είναι κυρίως πολιτικής φύσης και δευτερευόντως ζήτημα οικονομικών μέτρων ή οικονομικής πολιτικής. Η υπαγωγή της πολιτικής στη σφαίρα της αγοράς και της οικονομίας, η γενικευμένη αποπολιτικοποίηση που θέλουν να επικρατήσει είναι ένα είδος ευνουχισμού κάθε δυνατότητας χειραφέτησης που δεν μπορεί παρά να εκκινήσει από την σφαίρα της πολιτικής και διά της πολιτικής. Η επανεισαγωγή της πολιτικής στο κέντρο, στο τιμόνι, θα απελευθερώσει δυνατότητες και θα ακυρώσει την αυτοκτονία της σκέψης που έχει επιβάλλει ο νεοφιλελεύθερος οικονομισμός.