Δυο σκέψεις για όσα έγιναν κατά (και μετά από) την πρόσφατη εκδήλωση, πέρα από το φαίνεσθαι και το γενικώς θορυβείν

 

 

1 Επαναηθικοποίηση της πολιτικής

Υπάρχει τεράστιο κενό, ένα διαζύγιο ανάμεσα στην πολιτική (και τους πολιτικούς) και την ηθική. Προσωπική ανέλιξη, ψηφοθηρία και μάρκετινγκ, αναδεικνύονται σε βασικές μορφές της πολιτικής δράσης. Λόγια, συνθήματα και κυρίως ατάκες υπηρετούν αυτά, χωρίς ουσιαστική υπόσταση και σχέση με τα πραγματικά προβλήματα. Η προσωπική ιδιοτέλεια είναι το μέγιστο των ατομικών δικαιωμάτων. Η δημιουργία κομμάτων και κομματιδίων, κυρίως αρχηγικών και παλαιοκομματικής κοψιάς, συμβαίνει σήμερα σε μια περίοδο κατοχύρωσης θέσεων, αφού όλοι λογαριάζουν ότι το τοπίο θα αλλάξει και ίσως κάπου βρουν να πλασαριστούν.

Επί του συγκεκριμένου, ο Μανώλης Γλέζος δεν έχει σχέση με όσα αναφέραμε. Η παρουσία του στην πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου σημαδεύεται από έντονα στοιχεία ηθικής και ιδεολογίας. Ακόμα κι όταν κανείς δεν συμφωνεί με κάποιες επιλογές του (κανείς δεν είναι υπεράνω κριτικής), οφείλει να κατανοεί ποιος είναι ο Μανώλης Γλέζος και τι «εκτόπισμα» έχει.

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου δείχνει να μην το αντιλαμβάνεται καθόλου όταν γράφει: «Ο Μανώλης Γλέζος προτίμησε να βάλει ο ίδιος με τα χέρια του τη σημαία του κατακτητή πάνω στο μνημείο των θυμάτων» και συμπληρώνει ότι προσυπογράφει ένα κείμενο του συνεργάτη της, Διαμαντή Καραναστάση, ο οποίος γράφει: «Ο Γλέζος είναι ο ήρωας που πριν 76 χρόνια κατέβασε τη σημαία από την ακρόπολη. Ο Γλέζος είναι αυτός που χτες την έβαλε πίσω. Αυτή τη φορά πάνω στο μνήμα των νεκρών. Την άρπαξε και την έβαλε με μανία… Ο Μανώλης Γλέζος, φοβήθηκε χτες ότι η Ζωή Κωνσταντοπούλου -που μπορεί να έχει μαζί της ό,τι προσωπικό θέλει- θα του πάρει τη σημαία που κατέβασε κάποτε. Και προτίμησε να τη βάλει πίσω από το να την αφήσει στα χέρια άλλου».

Εδώ ξεπερνάμε πια κάθε μέτρο. Δεν υπάρχει κανένα, μα κανένα μέτρο…

Ο Μανώλης Γλέζος δεν είναι χθεσινός. Είναι γελοία οποιαδήποτε σύγκριση της Ζωής Κωνσταντοπούλου μαζί του. Για όσα έχει κάνει για τις μαρτυρικές πόλεις και χωριά, για τις πολεμικές αποζημιώσεις, την αποκατάσταση της Ιστορίας, για τους δεσμούς αίματος που έχει με τον κόσμο της εθνικής αντίστασης, θα ήταν επιβεβλημένος ο ελάχιστος σεβασμός.

 

2 Εγκλήματα και συγχώρεση

Δεν υποστηρίζουμε γενικά τον «καθωσπρεπισμό» στην πολιτική. Για παράδειγμα, δεν θα μας ξένιζε διόλου η παρέμβαση κατοίκων μαρτυρικών χωριών απέναντι σε γερμανικές και ελληνικές αρχές με στόχο την υποκρισία και την αμνησία ή για τα σημερινά πεπραγμένα τους. Πολλά από τα συγχαρητήρια που εισέπραξε ο Μανώλης Γλέζος (π.χ. από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας) στάλθηκαν γιατί πρόσκαιρα έβγαλαν την επίσημη πολιτεία από μια δύσκολη θέση.

Ο λόγος του Μανώλη Γλέζου ότι «ο γιος του εγκληματία δεν ευθύνεται για τα εγκλήματα του πατρός του», είναι που έχει μια μεγάλη ηθική φόρτιση και δεν μπορεί να προσπεραστεί εύκολα.

Τα εγκλήματα των ναζί ήταν τρομερά και δεν σβήνονται. Ακόμα κι αν είχαν ικανοποιήσει οι γερμανικές αρχές το αίτημα των επανορθώσεων και της επιστροφής όσων άρπαξαν οι χιτλερικοί, και πάλι η συγχώρεση θα ήταν ένα άλλο κεφάλαιο, μια πράξη που δεν θα συνδέονταν με ανταλλάγματα οποιουδήποτε είδους.

Μόνο οι παθόντες, όσοι έζησαν και ξέρουν όσα συνέβησαν μπορούν να συγχωρήσουν. Γι αυτό ορισμένες τελετές και εκδηλώσεις έχουν έναν ιερό χαρακτήρα, αποτελούν έναν τρόπο με τον οποίο ο λαός διασώζει την μνήμη και τα ιερά του, τον πόνο που δεν σβήνει με δεκάρικους κάθε είδους, και δεν αποτελούν πεδίο εύκολης πολιτικολογίας και αυτοπροβολής.

Σημαντικοί διανοητές (πχ Ντεριντά, Άρεντ) μιλώντας γενικά για την συγχώρεση (για τα ναζιστικά εγκλήματα ή για άλλα που έγιναν κατά της ανθρωπότητας), τονίζουν μεταξύ άλλων ότι υπάρχει παραδοχή του ασυγχώρητου, γι’ αυτό η συγχώρεση πρέπει να αναγγείλει τον εαυτό της ως το ίδιο το αδύνατο. Η συγχώρεση πρέπει να εμπλέκει δύο ενικότητες, τον ένοχο και το θύμα. Όποια άλλη παρεμβολή τρίτου οδηγεί στην αμνηστία, στην συμφιλίωση, στην επανόρθωση που δεν έχουν σχέση με την συγχώρεση. Η συγχώρεση δεν ανέρχεται σε θεραπεία συμφιλίωσης. Η συγχώρεση δεν προϋποθέτει την λήθη αλλά την μνήμη.

Αναφερόμενος ο Ντεριντά σε ένα παράδειγμα από τη Νότια Αφρική, αναφέρει χαρακτηριστικά την κατάθεση της συζύγου ενός δολοφονημένου ανθρώπου από βασανιστές: «Μια επιτροπή ή μια κυβέρνηση δεν μπορεί να συγχωρήσει. Μόνο εγώ, εν τέλει, θα μπορούσα να το κάνω. Και δεν είμαι έτοιμη να συγχωρήσω».

Όποιος θέλει να σκύψει με σεβασμό πάνω στις πληγές και τον πόνο που προκαλούν τα εγκλήματα, να εμβαθύνει μπροστά στην θηριωδία του ίδιου του ανθρώπου απέναντι σε άλλα ανθρώπινα όντα, δεν μπορεί παρά να θυμηθεί τα λόγια του Αισχύλου πριν 2.500 χρόνια: «Να δαμάσουμε την αγριότητα του ανθρώπου και να κάνουμε ήμερη την ζωή αυτού του κόσμου».

https://www.e-dromos.gr/egine-kati-shmantiko-sto-distomo/