Μέρες Ιεράς Συμμαχίας στην Ευρώπη – Άρθρο στο Δρόμο (φ.380 – 4/11/2017)

Η περίπτωση της Καταλονίας επιβεβαιώνει τον αντιδημοκρατικό κατήφορο της γερμανικής Ε.Ε.

 

Ετούτο το διάστημα οι αριστερές δυνάμεις νοσταλγικά θέλουν να θυμούνται μεγάλες και ένδοξες μέρες, και ιδιαίτερα τη Ρωσική Επανάσταση. Και τιμούν επετείους με τρία βασικά χαρακτηριστικά: 1) απουσία καίριων και κρίσιμων συμπερασμάτων, 2) αμηχανία και απουσία πρότασης για το σήμερα, με βαθιά ανεπάρκεια κατανόησης, 3) δηλώσεις του τύπου ακόμα κι αν χάσαμε θα νικήσουμε, θα έρθει κάποτε ο τρίτος γύρος, θα επαναληφθεί ο Οκτώβρης…

Κι όμως, τούτες τις μέρες είναι και μια άλλη επέτειος, λιγότερο γνωστή. Στις 1 Νοέμβρη του 1814 συνερχόταν το συνέδριο της Βιέννης, όπου οι μοναρχικές δυναστικές αντιδραστικές δυνάμεις της Ευρώπης δημιουργούσαν την Ιερά Συμμαχία για να καταπνίξουν το κύμα δημοκρατισμού και επαναστάσεων που είχε συνταράξει έως τότε τον ευρωπαϊκό χώρο. Μόλις είχαν τελειώσει οι ναπολεόντειοι πόλεμοι και μια περίοδος παλινόρθωσης του παλιού καθεστώτος είχε μπει στην ημερήσια διάταξη. Αυστρία, Ρωσία, Αγγλία, καθώς και η ηττημένη Γαλλία, μαζί με όλες τις μοναρχικές δυνάμεις, σχεδίασαν τον χάρτη της Ευρώπης και καταδίωξαν κάθε προοδευτική δημοκρατική φωνή στην Ευρώπη. Πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν ο υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας κόμης Κάσλρι, ο καγκελάριος της Αυστρίας πρίγκιπας Μέτερνιχ, ο οποίος και προήδρευσε του συνεδρίου, και ο υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας Ταλεϊράνδος.

 

Η νέα εποχή Μέτερνιχ

Σε σχολικά εγχειρίδια διαβάζουμε: «Η εποχή Μέτερνιχ. Στο Συνέδριο της Βιέννης κυρίαρχη προσωπικότητα αναδείχθηκε ο Μέτερνιχ, ανυποχώρητος υποστηρικτής της μοναρχικής εξουσίας και νομιμότητας και της σταθερότητας. Αν και Αυστριακός στην καταγωγή, πίστευε πως ήταν πρώτα από όλα Ευρωπαίος και πως την ιδέα της Ευρώπης στήριζε και προωθούσε. Ήταν εχθρός των εθνικών κινημάτων και των εθνικών κρατών, επειδή απειλούσαν τη συνοχή της πολύγλωσσης και πολύδοξης αυτοκρατορίας των Αψβούργων, η οποία “στέγαζε” Γερμανούς, Πολωνούς, Μαγυάρους, Νοτιοσλάβους, Σλοβένους, Τσέχους κ.ά., και υπονόμευαν το όραμα της ευρωπαϊκής ενότητας. Ήταν επίσης εχθρός της δημοκρατίας και των ριζοσπαστικών αλλαγών. Ο Μέτερνιχ, ο Κάσλρι και ο Ταλεϊράνδος επιδίωκαν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για τη διατήρηση μόνιμης ισορροπίας ισχύος στην Ευρώπη, για την αποφυγή της κυριαρχίας μιας μεγάλης δύναμης, όπως αυτή της Γαλλίας του Ναπολέοντα».

Η σημερινή Ευρώπη τραντάζεται από μια διαρκή κρίση. Που δεν είναι κυρίως οικονομική – έχει κι άλλες ισχυρές παραμέτρους: κοινωνική, γεωπολιτική, ιστορική, δημοκρατίας, πολιτική. Ο κορσές της Ευρωπαϊκής Ένωσης παίρνει ολοένα και πιο αντιδραστικά χαρακτηριστικά, μετατρέπεται σε πολιορκητικό κριό και όργανο επιβολής των ισχυρών (εν προκειμένω της Γερμανίας των Μέρκελ-Σόιμπλε) και κυματοθραύστη κάθε απόπειρας απεγκλωβισμού από τα ισχυρά δίκτυα που έχει δημιουργήσει. Το οικοδόμημα αυτό έχει να αντιμετωπίσει δύο κατηγορίες προκλήσεων και αμφισβητήσεων. Φυγόκεντρες δυνάμεις όπως το βρετανικό Brexit, καθώς και έντονες λαϊκές διαμαρτυρίες που παίρνουν διαφορετικά πρόσημα: δημοκρατικά, αριστερά στον ευρωπαϊκό Νότο (Ελλάδα, Ισπανία, δημοψήφισμα στην Ιταλία), δεξιά και ακροδεξιά στην κεντρική Ευρώπη.

Η απάντηση σε αυτές τις προκλήσεις φάνηκε προς στιγμήν να είναι η δημιουργία ενός Διευθυντηρίου που θα αποτελείτο από δύο βασικές δυνάμεις (Γερμανία και Γαλλία) και δύο «τραυματισμένες» μεν αλλά μεγάλες και ισχυρές χώρες του Νότου (Ιταλία και Ισπανία). Το σχέδιο αυτό της Μέρκελ είχε μπροστά του το σκόπελο των γερμανικών εκλογών, που τον αντιμετωπίζει με παζαρέματα για να συγκροτήσει την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και αμέσως μετά να βρει κοινή γλώσσα με τους υπόλοιπους του κουαρτέτου, ώστε να προχωρήσουν στην αντιμετώπιση μιας νέας πραγματικότητας (σχέσεις με ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, αντιμετώπιση των αμφισβητήσεων στο εσωτερικό, οικοδόμηση της Ευρώπης των πολλών ταχυτήτων κόκ).

 

Σιδερένια φτέρνα

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ξεπροβάλλει ορμητικά και η καταλανική κρίση. Μια κρίση που τραντάζει την Ισπανία, και μαζί της ολόκληρη την Ευρώπη. Οι απαντήσεις του ισπανικού κράτους στην απαίτηση της Καταλονίας για ανεξαρτησία είναι σκληρές και άμεσες. Μη αναγνώριση του δημοψηφίσματος, άγρια αστυνομική καταστολή με 900 τραυματίες, τελεσίγραφα προς τις καταλανικές αρχές, διαγγέλματα του βασιλιά Φιλίππου, μετακινήσεις στρατιωτικών μονάδων, ενεργοποίηση του άρθρου 155 που καταλύει όλες τις αρχές της Καταλονίας, φυλάκιση των μελών της καταλανικής κυβέρνησης, αίτημα για ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης του Πουτζδεμόν που έχει καταφύγει στο Βέλγιο. Παράλληλα, έχουν αρχίσει οι διώξεις σε όλες τις δημοκρατικές ριζοσπαστικές δυνάμεις του καταλανικού κινήματος.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι στο πλευρό της Ισπανίας, δεν φαίνεται διόλου να κάνει την επιλογή να υιοθετήσει την πλούσια τάχα Καταλονία σαν μια ανεπτυγμένη περιφέρεια κι άρα να υποστηρίξει την ανεξαρτησία της. Έτσι ο όρος της ισπανικής κυβέρνησης για «συντριβή της στάσης» στην Καταλονία, πρέπει να λειτουργήσει ως φόβητρο και παράδειγμα για οποιονδήποτε θελήσει διαφορετική πορεία μέσα στο ευρωπαϊκό χώρο. Σπάσαμε την σπονδυλική στήλη της Κύπρου, υποτάξαμε την Ελλάδα, ευνουχίσαμε τους Podemos και τώρα συντρίβουμε τους Καταλανούς. Να δούμε ποιος έχει σειρά…

Αυτήν την επίδειξη δύναμης, φρονηματισμού και καταστολής (η οποία αναδεικνύει ακόμα πιο ψηλά τα «ευρωπαϊκά ιδεώδη και αξίες», που εμβαπτίζονται στις αξίες του μοναρχισμού και του φρανκισμού, που τις εφαρμόζει ένας Ραχόι, δεξιός νεοφιλελεύθερος που μετά βίας και με στήριξη των σοσιαλιστών σχημάτισε κυβέρνηση) μοιάζει να μην την παίρνει είδηση μια ευρωπαιόπληκτη ή νοσταλγική αριστερά. Ενδοαστικές αντιθέσεις βλέπει απλά ο Ριζοσπάστης, χωρίς να σπαζοκεφαλιάζει και πολύ. Λύση στα πλαίσια μιας δημοκρατικής ομόσπονδης Ισπανίας ευαγγελίζονται αριστεροί που δεν μπορούν τις «αποσχίσεις». Εξάλλου τώρα έχουμε τις εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια από την Οχτωβριανή Επανάσταση, και βεβαίως την προετοιμασία για τις εκλογές που έρχονται…

Στην περίπτωση της Καταλονίας είχαμε μια κυβέρνηση που δεν ήταν επαναστατική, αλλά δημοκρατικά εκλεγμένη. Ο Πουτζδεμόν δεν είναι ούτε Μαδούρο, ούτε Σαντάμ. Δεν υπάρχει όμως άσυλο, όχι απλά για τους μετανάστες, αλλά ούτε γι’ αυτούς που θέλουν ανεξαρτησία.

 

Το πιθάρι

Για την ιστορία πάντως, η Ιερά Συμμαχία γκρεμίστηκε ουσιαστικά από τις αντιθέσεις που αντιπαρέθεταν τις δυνάμεις που τη συγκρότησαν, αλλά και από ένα δημοκρατικό επαναστατικό κύμα που σάρωσε την Ευρώπη το 1848. Τότε ο Μέτερνιχ, γεροντάκι, κρύφθηκε σε ένα μεγάλο πιθάρι που φορτώθηκε σε μια άμαξα, καταφεύγοντας στο Λονδίνο. Μόνο σαν έφτασε εκεί βγήκε από το πιθάρι… Δεν χρειάστηκε να βγει κανένα ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψής του.

Ο λαός της Καταλονίας, που βρίσκεται στον κλοιό της νέας Ιεράς Συμμαχίας, έχει ανάγκη τη συμπαράστασή μας.

https://www.e-dromos.gr/meres-ieris-symmaxias-stin-evropi/

Tagged : / /

Η φιλοσοφική σκέψη του Μίκη Θεοδωράκη διδάσκεται στο ΑΠΘ – Άρθρο στο Δρόμο (φ. 379 – 28/10/2017)

Ένα ακαδημαϊκό μάθημα του χειμερινού εξαμήνου του Τομέα Φιλοσοφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης θα είναι αφιερωμένο στην θεωρία για την Συμπαντική Αρμονία του Μίκυ Θεοδωράκη. Για αυτή την ιδιαίτερη πρωτοβουλία μιλήσαμε με τον εμπνευστή της, τον καθηγητή φιλοσοφίας Παναγιώτη Δόικο.

 

Πήρες την απόφαση να αφιερώσεις ένα ακαδημαϊκό μάθημα Φιλοσοφίας –στον Τομέα Φιλοσοφίας του ΑΠΘ, στο πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος πανεπιστημιακού έτους (2017-2018)– στη σκέψη του Μίκη Θεοδωράκη και, ειδικότερα, στη θεωρία του για τη Συμπαντική Αρμονία. Πώς οδηγήθηκες σε αυτή την απόφαση;

Οδηγήθηκα προπάντων από τη θέλησή μου να ανταποκριθώ –κατά το μέρος που μου αναλογεί– στην ανάγκη για τη συγκρότηση μιας φιλοσοφικής πρότασης που να δίνει περιεχόμενο στη θετική αναμέτρηση με τον εαυτό μας και στην εθνική μας αυτοκατάφαση. Το πρώτο ισχύει για τον κάθε άνθρωπο, στο πλανητικό επίπεδο της κρίσης, στο σκηνικό του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, ενώ το δεύτερο παίρνει ξεχωριστή σημασία για τον Έλληνα και την Ελληνίδα. Η δυνατότητα να υπερβούμε, μετουσιώνοντάς το σε αλληλέγγυα δύναμη συνεξύψωσης, το αυτοκαταστροφικό μέρος της φύσης μας, αποκτά δημιουργικό νόημα μέσα στην προσωπική σχέση μας με την αρμονία του σύμπαντος, σύμφωνα με τη θεωρία του Μίκη Θεοδωράκη. Ο μεγάλος συμπολίτης μας, ενεργώντας ως καλλιτέχνης και ως στοχαστής, συνδέει τη δυναμική της πνευματικής δημιουργίας με την πεποίθησή του σχετικά με την ικανότητα της νεοελληνικής πολιτισμικής συνείδησης να παραγάγει έργο διεξόδου από τον κλοιό της εθνικής μας υποτέλειας, ως αντίδοτο στην αγωνία και το χάος, μέσα στο άνοιγμα ενός άλλου –υπαρξιακού και πολιτικού– ορίζοντα. Αυτή ακριβώς η σύνδεση συναντά με έναν ιδιαίτερο τρόπο τη φιλοσοφική μου έρευνα, τον οποίο επιχειρώ να εξηγήσω και να επικοινωνήσω με το συγκεκριμένο μάθημα.

Θέλω εδώ να πω ότι αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά και τιμή για το γεγονός ότι διδάσκω στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο τη σκέψη του Μίκη Θεοδωράκη, αυτού του μέγιστου Έλληνα και φορέα του αγαθού. Η συγκίνησή μου έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν ο ίδιος, σε μια συνάντησή μας, η οποία είναι από κάθε άποψη σταθμός στη ζωή μου, μου εκδήλωσε τη δική του χαρά για την απόφασή μου.

 

Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό και ενδιαφέρον το γεγονός ότι ένας Έλληνας μουσουργός παγκοσμίας εμβέλειας, πολιτικός αγωνιστής –στο χώρο της Αριστεράς– αλλά και μεγάλος πατριώτης, εμπνεύστηκε και διατύπωσε μια φιλοσοφική θεωρία. Θέλεις να μας δώσεις το στίγμα αυτής της θεωρίας του Μίκη Θεοδωράκη για τη Συμπαντική Αρμονία;

Ο Μίκης Θεοδωράκης αισθάνεται και διαβλέπει το βάθος της σχέσης ανάμεσα στην όψη της αρμονίας των συμπαντικών δονήσεων (των άστρων, των πλανητών και των γαλαξιών) και τη μορφή της έντασης των ηχητικών ποιοτήτων κατά τη διεργασία της μουσικής σύνθεσης. Μέσα σε ένα τέτοιο βίωμα ο δημιουργός αφουγκράζεται την ορμή για εξύψωση που χαρακτηρίζει την κοσμική δύναμη του απείρου, καθώς ο ίδιος συγκλονίζεται δίνοντας μουσική υπόσταση στην αχανή ζωή των ήχων του εσωτερικού του κόσμου. Από τον συγκλονισμό αναδύεται η πνοή της αρμονίας του έργου, μέσα στο οποίο η ποιητική δύναμη του μέλους (τα σύμφωνα) επιβεβαιώνει την υπερνίκηση των τάσεων του χάους (τα διάφωνα) από τη δημιουργικότητα της προσωπικής έμπνευσης. Συχνά η αντίσταση στη μουσικότητα προέρχεται από τη δυστροπία εγωκεντρικά φοβικών δυνάμεων του ψυχισμού, οι οποίες αρνούνται να απελευθερώσουν τη νοητικότητά τους μέσα στον αισθητικό οίστρο της μεταρσίωσης, με το πρόσχημα της προσήλωσής τους στην ορθολογικότητα. Εδώ εντοπίζουμε τον δυναμισμό του ιδανικού της αισθητοποίησης των νοημάτων στο εσωτερικό μιας στοχαστικής φαντασίας, η οποία νιώθει την ποιητικότητα των ήχων, ενόσω μορφοποιεί τη ροή τους. Έτσι όσα ορθολογικά στοιχεία συμπεριφέρονται κυριαρχικά με το να ανθίστανται στην εξύψωσή τους, υπερβαίνονται από την ορμή των μορφών ενός διονυσιακού πάθους που τα εξαγνίζει, διαλύοντας το σκότος της επιθετικότητάς τους μέσα στην ευφορία του απολλώνειου βιώματος της ομορφιάς, δηλαδή της επαφής μας με την ιερότητα του συμπαντικού κέντρου.

 

Ακούγοντας την ανάλυσή σου, αισθάνομαι ότι η θεωρία της Συμπαντικής Αρμονίας συλλαμβάνει με ιδιαίτερα διεισδυτικό τρόπο το βάθος του υπαρξιακού αγώνα, στον οποίο συνίσταται η πνευματική δημιουργία. Μπορούμε να συνδέσουμε αυτόν τον αγώνα με το συνολικό ζήτημα της ανθρώπινης πράξης;

Ο Θεοδωράκης αντιλαμβάνεται στην επικράτηση των ποιητικών δυνάμεων, στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως, τη δράση μιας πνευματικότητας, η οποία απελευθερώνει τη φωτεινή της ενέργεια μέσα στην ένταση του αγώνα του ανθρώπου για την υπέρβαση του κτηνώδους μέρους της φύσης του: είναι εκείνο που τον στρέφει εναντίον του εαυτού του και των άλλων, αφενός οδηγώντας τον στην προδοσία των βαθύτερων ιδανικών, στην παραγωγή βίας, στην επιβολή καθεστώτων αδικίας, στην εξάπλωση του πιο άγριου ανταγωνισμού, στη δικαίωση του κυνικού αυταρχισμού και στην υπονόμευση της ειρήνης και, αφετέρου, απειλώντας τον με αυτοαφανισμό. Επιδρώντας με αυτόν τον τρόπο στην ανθρώπινη πράξη, η Συμπαντική Αρμονία φανερώνει την πολιτική της διάσταση. Εδώ φαίνεται η διορατική σκέψη του Θεοδωράκη, ο οποίος αντιλαμβάνεται πως η δύναμη της πνευματικής δημιουργίας έχει πολιτική χροιά, από την άποψη ότι τα έργα του πνεύματος μετουσιώνουν την συγκρουσιακή ένταση των σχέσεων δύναμης σε ένταση εξύψωσης, με την οποία προτείνεται κάθε φορά μια συγκεκριμένη μορφή βίωσης της πεμπτουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης.

 

Είναι γνωστή σε όλους μας, παράλληλα με την έντονη και αδιάκοπη καλλιτεχνική του δραστηριότητα, η μακρόχρονη, πολυκύμαντη και δημιουργική πολιτική δράση του Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος αγωνίζεται για την εθνική ανεξαρτησία, την κοινωνική αλλαγή και την πολιτιστική αναγέννηση της Ελλάδας. Μάλιστα, στον καιρό της σημερινής κρίσης αυτή η δράση του συνθέτη έχει φανερώσει τη βαθύτερη σύνδεσή της με την αναμέτρηση της Ελλάδας με τον εαυτό της. Ποια είναι η παρουσία αυτού του θέματος στο περιεχόμενο του μαθήματός σου;

Ο Μίκης Θεοδωράκης συσχετίζει την πολιτική διάσταση της Συμπαντικής Αρμονίας με την υπαρξιακή κρίση της Ελλάδας και το ζήτημα της ελληνικότητας. Ο ίδιος εύστοχα συνδέει τη δυνατότητα για μια ριζική μας ανάκαμψη με τη διερεύνηση της αντίθεσης ανάμεσα σε έναν διευρυνόμενο εθνικό μηδενισμό και την πολιτισμική συνείδηση μιας ορμής για αυτοκατάφαση, η οποία μας ενώνει. Οι αρμοί της διαχρονικής υπόστασης της ελληνικότητας βιώνουν –επίσης διαχρονικά– την προσβολή της συνοχής τους από την ύπουλη δύναμη της αυτοαμφισβήτησης. Ο ιστός αυτής της συνοχής, η δυναμική της ελληνικής αρμονίας, ενώ προτείνει στην ανθρωπότητα τη σύνθεση των πράξεων και των ιδανικών της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της αυτογνωσίας και της ομορφιάς ως αποτελέσματος της ισόρροπης συνύπαρξης του ποιητικού με το ορθολογικό στοιχείο, δοκιμάζεται συχνά και οριακά –όπως συμβαίνει κατεξοχήν στα χρόνια που ζούμε– από το μικρόβιο της αυτοπροδοσίας και της αυτοϋπονόμευσης. Αυτή την καίρια συλλογιστική του Μίκη, που αναπτύσσεται πολύπλευρα στα κείμενα του πολύ σημαντικού βιβλίου του Μονόλογοι στο λυκαυγές, τη σχολιάζω και τη συζητώ με τους φοιτητές στην ενότητα του μαθήματος, όπου επιχειρούμε μια φιλοσοφική θεώρηση της ελληνικότητας.

 

Ο Μίκης Θεοδωράκης συνέδεσε πάντοτε τον αγώνα του μέσα στην Αριστερά με την κριτική του στις αντιφάσεις της ηγεσίας της, κυρίως όταν αυτή εκτρέπεται από το πρωταρχικό ιδανικό της και γίνεται μονοδιάστατα κυριαρχική, πλήττοντας την ανθρώπινη ελευθερία. Κάτι τέτοιο αισθανόμαστε έντονα στις σημερινές παρεμβάσεις του μεγάλου συνθέτη και αγωνιστή, όταν ο ίδιος αναφέρεται στην κρίση της ίδιας της Αριστεράς στο σκηνικό του σύγχρονου καπιταλισμού, ο οποίος, μολονότι διέρχεται οριακή κρίση, δεν δείχνει να βρίσκει πια ουσιαστικό αντίπαλο. Αυτή η στάση του Μίκη Θεοδωράκη είναι ορατή στον φιλοσοφικό του στοχασμό;

Είναι έντονα ορατή, προπάντων από δύο απόψεις. Αφενός, όταν ο Θεοδωράκης δείχνει πώς η ηγεσία της Αριστεράς, στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες (κυρίως στις πρώην σοσιαλιστικές), συχνά εκφύλισε τη διαπροσωπική δυναμική της διαλεκτικής αντίθεσης, κατά το ότι οικειοποιήθηκε τον αντίλογο: δεν αναγνώρισε τον άλλο άνθρωπο ως φορέα μιας ενδεχόμενης αντίθεσης στη δική της θέση, αλλά αυτοαναγνωρίστηκε ως η μόνη εστία τόσο του λόγου όσο και του αντιλόγου. Μια τέτοια στάση βιάζει δραματικά τη σχέση με την ετερότητα του άλλου προσώπου, εφόσον επιχειρεί τον σφετερισμό της ίδιας της δυνατότητας της ελευθερίας. Με όρους αρμονίας και χάους, θα λέγαμε ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, η κυριαρχική σκέψη των ηγεσιών της Αριστεράς βίασε το νόημα των αρμών –δηλαδή των συνδέσεων– ανάμεσα στα όντα, ευνοώντας την αποκλειστικότητα των πολιτικών εγωκεντρισμών, επομένως ενεργώντας τελικά προς όφελος του χάους. Αφετέρου, ο Μίκης Θεοδωράκης επισημαίνει τη συχνή άρνηση της Αριστεράς να αισθανθεί και να συλλάβει τη φύση του πνευματικού παράγοντα και τη σημασία της ποιότητας του ψυχισμού στις επιλογές του ανθρώπου και, ειδικότερα, στην πολιτική του ζωή. Έτσι, στις αντίστοιχες περιπτώσεις, η Αριστερά δεν αντιλαμβάνεται ότι η ουσιαστική πολιτική αλλαγή, την οποία επιδιώκει, προϋποθέτει την πολιτισμική συνείδηση, τη δημιουργική ανησυχία του πνεύματος και την ευρύτερη αναμέτρηση του ανθρώπου με τον εαυτό του: από τη φύση τους, και τα τρία αυτά στοιχεία συναρτώνται άμεσα με τον υπαρξιακό και τον αισθητικό χαρακτήρα του βιώματος της σχέσης ανάμεσα στη Συμπαντική Αρμονία και τη χαοτική εκτροπή.

 

Η απόφαση για την πραγματοποίηση ενός ακαδημαϊκού μαθήματος, και μάλιστα φιλοσοφικού, εύλογα προϋποθέτει μια δημιουργική συνάντηση του ερευνητικού ενδιαφέροντος του πανεπιστημιακού καθηγητή με το θέμα που διδάσκεται. Με ποιον τρόπο η θεωρία του Μίκη Θεοδωράκη για τη Συμπαντική Αρμονία συναντά τη δική σου φιλοσοφική σκέψη;

Στη συναρπαστική σχέση μεταξύ του πνευματικού –ειδικότερα, του μουσικού– δημιουργού και της Αρμονίας του Σύμπαντος, ο κρισιμότερος πρωταγωνιστής είναι η καλλιτεχνική φαντασία. Σύμφωνα με τη συλλογιστική του Μίκη, μέσα από τη συνεργασία της με τον νου, η φαντασία αφουγκράζεται τις συμπαντικές δονήσεις, βιώνει την πρό(σ)κληση που εκείνες απευθύνουν στην ετοιμότητα των ηχητικών παλμών του ψυχισμού, εμπνέεται το περιεχόμενο των μορφών, οι οποίες θα δώσουν συγκεκριμένη υπόσταση στην απέραντη ροή μουσικής που κατακλύζει την εσωτερική ζωή του συνθέτη, και το απελευθερώνει. Μέσα σε μια τέτοια διεργασία απελευθέρωσης, η φαντασία δε δρα χωριστά από τον νου, αλλά νιώθει και στοχάζεται η ίδια τα νοήματα των κινήσεων του σύμπαντος, δημιουργώντας τις μουσικές μορφές που τα αισθητοποιούν. Αυτή είναι μια φαντασία της εξύψωσης, η οποία διαθέτει το προνόμιο να νιώθει και να σκέπτεται. Την ονομάζω στοχαστική φαντασία, τη διερευνώ συστηματικά στα βιβλία και τα μαθήματά μου, την αναγνωρίζω –σε μια σπουδαία έκφανσή της– στη θεωρία του Μίκη Θεοδωράκη για τη Συμπαντική Αρμονία και την αντιλαμβάνομαι ως τη βαθύτερη ενωτική μας δύναμη, αφού μόνο μέσα της τα νοήματα μας απευθύνονται κυριολεκτικά, σμίγοντας με τα συναισθήματα.

https://www.e-dromos.gr/h-filosofikh-skepsh-tou-mikh/

Τελεσίγραφα στην ταραγμένη Ευρώπη , Στρατοπεδεύσεις σε πλανητική κλίμακα – Άρθρο στο Δρόμο (φ. 378 – 20/10/2017)

Δεν μπορεί παρά να προκαλεί εντύπωση η άκρως κυνική και αντιδραστική έκδοση τελεσιγράφου από τον Ραχόι –εκπρόσωπο του μεταφρανκικού ισπανικού καθεστώτος– απέναντι στον λαό της Καταλονίας. Μέχρι τις 11:00 π.μ. πρέπει να έχετε ξεκαθαρίσει τη στάση σας, αλλιώς εφαρμόζουμε τον Νόμο 115 που καταλύει κάθε έννοια αυτονομίας της Καταλονίας. Και για να μην έχετε την παραμικρή αυταπάτη για την αποφασιστική στάση της Μαδρίτης, σε ένα κρεσέντο αντιδραστικής στάσης, συλλαμβάνονται ήδη δύο εκπρόσωποι των Καταλανών. Κι αυτά ακολουθούν αμέσως μετά το όργιο τρομοκρατίας που εξαπολύθηκε για τη ματαίωση του δημοψηφίσματος με τους 800 τραυματίες και τις πρωτοφανείς επιθέσεις στα εκλογικά τμήματα κ.λπ.

Ο Ραχόι, αλλά και ο κόσμος που αυτός εκπροσωπεί, αρέσκεται να στέλνει προς τους λαούς τελεσίγραφα. Ή θα δεχτείτε τους όρους που «σας προσφέρουμε» ή θα σας πετάξουμε στον Καιάδα. Κάπως έτσι δεν συμπεριφέρθηκαν και απέναντι στην Ελλάδα; Κάπως έτσι δεν έκαναν κουρελόχαρτο (με την αγαστή συνεργασία του πολιτικού κόσμου της Ελλάδας) το «Όχι» του ελληνικού δημοψηφίσματος; Στην Ευρώπη, όπου βασιλεύουν οι λεγόμενες ευρωπαϊκές αξίες, τα τελεσίγραφα προς τους ασθενέστερους και προς τους λαούς θα ενταθούν. Ιδιαίτερα τώρα, σε συνθήκες που δεν είναι εύκολο να αποσπαστούν συναινέσεις, δεν είναι εύκολη, όπως κάποτε, η διακυβέρνηση των χωρών κι όταν οι φυγόκεντρες δυνάμεις από τη συνταγή της παγκοσμιοποίησης αλά ευρωπαϊκά εντείνονται. Δεν φτάνουν πλέον οι οικονομικοί ζουρλομανδύες που τόση δουλειά έκανε το Μάαστριχτ, οι άλλες ευρωπαϊκές συνθήκες, ούτε όλο το έργο που κατέβαλε το Γιούρογκρουπ υπό τον Σόιμπλε (που προειδοποιεί για νέες φούσκες που ενδεχομένως θα σκάσουν). Χρειάζονται και τα τελεσίγραφα κι ό,τι τα συνοδεύει… Αλλά ούτε και η προσφυγή σε αυτά θα απαλύνει τη βαθειά κρίση και τις αντιδημοκρατικές ολοκληρωτικές τάσεις του ευρωενωσιακού οικοδομήματος στο σύνολό του. Κι ακόμα δεν έχουμε ακούσει τα diktat του νέου γερμανικού εθνικισμού σε όλο το μεγαλείο τους…

 

 

Διεθνής αποσταθεροποίηση

Η διοίκηση Τραμπ –κι ό,τι υπάρχει πίσω της– κηρύσσει το Ιράν σαν τον μεγαλύτερο κίνδυνο στη Μέση Ανατολή, αποχωρεί από την UNESCO, δηλαδή τον Εκπαιδευτικό Επιστημονικό και Πολιτιστικό Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών, για να την ακολουθήσει αμέσως το Ισραήλ που αποχωρεί κι αυτό. Η δικαιολογία είναι ότι ο οργανισμός αυτός δέχεται στους κόλπους του την Παλαιστίνη.

Κι όχι μόνο. Η έδρα του ΟΗΕ είναι στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ και οι αμερικανικές αρχές αρνήθηκαν να χορηγήσουν άδεια εισόδου σε στρατιωτική αντιπροσωπεία της Ρωσίας που θα έπαιρνε μέρος στις εργασίες του ΟΗΕ. Όχι, δεν είναι ένα σύνηθες παιχνίδι διπλωματικό ανάμεσα στις δύο πιο ισχυρές στρατιωτικά χώρες του κόσμου, είναι ότι κάτι βαθαίνει τις υπάρχουσες ρηγματώσεις του σύγχρονου χαοτικού κόσμου. Η Ρωσία, απάντησε ότι σκέπτεται να αποχωρήσει από τον ΟΗΕ (απειλή σκέτη ή κάτι παραπάνω θα δούμε) και να προχωρήσει στη δημιουργία νέου διεθνούς οργανισμού. Ο ΟΗΕ σαν συνέλευση και σαν οργανισμός, σαν βήμα κ.λπ., από πολλές δυνάμεις (και πρώτα από όλες τις ΗΠΑ) θεωρείται ξεπερασμένος οργανισμός. Στην ουσία όλο το πλέγμα των διεθνών σχέσεων και του διεθνούς δικαίου που είχε κτιστεί μετά τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο και όπως διαμορφώθηκε στις δεκαετίες του ‘60 με τη μεγάλη έκρηξη του αντιαποικιακού κινήματος και τον πολλαπλασιασμό των χωρών, δεν ανταποκρίνεται στους νέους συσχετισμούς και όλοι ασκούν νέες πολιτικές και τακτικές. Οδεύουμε προς νέες «στρατοπεδεύσεις» όπου η βασική παράμετρος είναι ότι ο νέος κόσμος δεν χωρά και δεν εκφράζεται από τις διαστάσεις και τα μέτρα που έθετε ο «δυτικός κόσμος» ή ακόμα και τις διαστάσεις που είχε ο κόσμος στην εποχή του διπολισμού (ΗΠΑ-ΕΣΣΔ). Η δύση της Δύσης είναι διαδικασία που δεν αντιστρέφεται εύκολα και έχουν αναδυθεί κέντρα όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία και άλλες περιφερειακές δυνάμεις που διεκδικούν μια διαφορετική τάξη πραγμάτων. Ο έλεγχος στρατηγικών τομέων και η απειλή ενός μεγάλου πολέμου και η διεξαγωγή πολέμων σε διάφορες περιοχές είναι η μέχρι τώρα απάντηση της Δύσης.

 

Βαθιές παγκόσμιες ρηγματώσεις

Τα συμπτώματα των νέων στρατοπεδεύσεων και των νέων υπό διαμόρφωση μπλοκ θα δημιουργήσουν εντάσεις και θερμά επεισόδια, όπως ήδη τροφοδοτούν πρόσκαιρες συμμαχίες και αλλαγές συμμαχιών εντός 24 ωρών. Άλλωστε το κύριο χαρακτηριστικό του πολέμου στη Συρία είναι η διαρκής εναλλαγή συμμαχιών και ετερόκλητων συνεργασιών των δρώντων παραγόντων (Ρωσία, ΗΠΑ, Τουρκία, Συρία, ΙΣΙΣ, Ιράκ, Ιράν, Κούρδοι, Ισραήλ, Λίβανος, Σ. Αραβία, Κατάρ κ.λπ.).

Οι ρηγματώσεις στον κόσμο της παγκοσμιοποίησης είναι βαθιές. Μέσα σε τέσσερις δεκαετίες μεταφέρθηκε η βασική παραγωγική δραστηριότητα στην νοτιοανατολική Ασία (Κίνα και Ινδία κόκ) έγιναν περίπου κάτι σαν τους παραγωγικούς πνεύμονες υπεραξίας (πληθυσμός των δύο αναφερόμενων χωρών 2,7 δισ. άνθρωποι) με αλματώδη ανάπτυξη του προλεταριάτου, με ρυθμούς ανάπτυξης πάνω από 7% ενώ όλος ο καπιταλιστικός κόσμος βυθιζόταν στην κρίση και φυσικά μετατράπηκαν σε βασικούς χρηματοδότες του αμερικανικού χρέους. Ο κλασσικός καπιταλιστικός κόσμος ασχολούνταν με τα παράγωγα και τη δημιουργία φουσκών, σύγχρονα τοκογλυφικά εργαλεία εύκολης κερδοφορίας. Η διαρκής κρίση ανατίναζε σχεδιασμούς στον δυτικό κόσμο και έδινε περιθώρια στην ανάδυση νέων δυνάμεων παγκοσμίως. Η προσφυγή στον πόλεμο από τις ΗΠΑ, επιβράδυνε διαδικασίες αλλά δεν τις καταργούσε. Ούτε στάθηκε αρκετή η συστράτευση όλων των δυνάμεων στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας». Ο ενεργειακός πόλεμος είναι σε εξέλιξη, όπως και ο νομισματικός. Τώρα ανεβαίνουμε κλίμακα στη διεθνή αντιπαράθεση, εξ ου και οι στρατοπεδεύσεις, οι απειλές, η δοκιμασία νέων οπλικών συστημάτων, οι νέες συμμαχίες.

Τούτες τις μέρες πραγματοποιείται το συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, του κόμματος-κράτους που διευθύνει την Κίνα. Η στρατηγική του Δρόμου του Μεταξιού οδηγεί την Κίνα προς Δυσμάς και είναι μια εξαιρετικά φιλόδοξη πολιτική με παγκόσμια σημασία.

 

Ένα νέο κίνημα κοινωνικής απελευθέρωσης

Ποια η τύχη των λαών απέναντι στα τελεσίγραφα και τις νέες στρατοπεδεύσεις; Να υποκύπτουν στα τελεσίγραφα και να στοιχίζονται πίσω από τον εκάστοτε ισχυρό; Να εγκαταλείψουν την τύχη τους στους νέους εκκολαπτόμενους συσχετισμούς; Η θλιβερή εικόνα του Έλληνα πρωθυπουργού στο ταξίδι στις ΗΠΑ, μια υπερ-ραγιάδικη στάση, προσβλητική για τον ελληνικό λαό, στοίχισης της χώρας στο άρμα των ΗΠΑ και στα συμφέροντά τους στην περιοχή μας. Τι κατάντια!

Οι συνθήκες θέτουν με επιτακτικό και δραματικό τρόπο την ανάγκη ανάδυσης ενός νέου κινήματος κοινωνικής απελευθέρωσης, που θα διαδεχθεί τη μεγάλη παράδοση του εργατικού, σοσιαλιστικού, αντιιμπεριαλιστικού κινήματος του αιώνα των ρήξεων και των πολέμων, του 20ού αιώνα, δημιουργώντας έναν άλλο πόλο στον σύγχρονο κόσμο. Εξαιρετικά δύσκολο αλλά και εξαιρετικά αναγκαίο! Ο στοχασμός, η πνευματική κατάσταση και η δράση πρέπει να αναμετρηθούν με αυτήν την ανάγκη κι όχι να υποταχθούν στη μιζέρια που διαρκώς απλώνεται και αναπαράγεται.

https://www.e-dromos.gr/telesigrafa-stin-taragmeni-evropi-stratopedeuseis-se-planitiki-klimaka/

Tagged : / /

Ένας νηφάλιος απολογισμός για το Resistance Festival – Άρθρο στο Δρόμο (φ.377 – 14/10/2017)

Δέκα χρόνια μετά, το φεστιβάλ μετεξελίσσεται και μετασχηματίζεται

Η πραγματοποίηση και η επιτυχία του Resistance Festival 2017, του δέκατου κατά σειρά φεστιβάλ που διοργανώνει ο Δρόμος, είναι ένα γεγονός. Μικρό μεν, αλλά πραγματικό, μετρήσιμο και με ορισμένα διαφορετικά στοιχεία σε σχέση με τα προηγούμενα.

Οι ορατές διαφορές: άλλαξε χώρο διεξαγωγής (μετά από 9 χρόνια στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο μετακόμισε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών), μειώθηκε σε διάρκεια (δύο μέρες αντί για τρεις) για λόγους προϋπολογισμού και οικονομικών δυσκολιών, και τέλος, έγινε τέλη Σεπτέμβρη. Αυτές οι αλλαγές ήταν ένα στοίχημα για τους διοργανωτές και η επιτυχία δεν ήταν εύκολη ή δεδομένη εξ αρχής.

Χωρίς μια συλλογικότητα που έχει αγαπήσει και στηρίξει αυτόν τον θεσμό, το Resistance Festival, και χωρίς την απλόχερη προσφορά τόσο στην προετοιμασία όσο και στην λειτουργία του για δύο μέρες – αλλά και την ανταπόκριση σε μια σειρά από διαδικασίες που δεν γίνονται εύκολα ορατές (π.χ. υποδοχή και φιλοξενία ξένων αντιπροσωπειών και διανοητών που μετέχουν) – δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί το φεστιβάλ.

Το 10ο φεστιβάλ είχε μια ιδιομορφία που πρέπει να τονιστεί. Αντανακλούσε σε έναν βαθμό (και σίγουρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά) τη στοίχισή του με την ανάγκη να οικοδομηθεί μια συλλογικότητα –άρα και ένας πνευματικός ορίζοντας– αναζήτησης, συμβολής και ικανότητας συμμετοχής σε ενδιαφέροντα εγχειρήματα και μαζικά κινήματα. Σαν προδιαγραφές αλλά και σαν ταυτότητα ύπαρξης ενός εντύπου και μιας συλλογικότητας, αυτά τα τρία στοιχεία (συμβολή, αναζήτηση, συμμετοχή σε ενδιαφέροντα εγχειρήματα-κινήματα) πρέπει να αναβλύζουν από κάθε πρακτικό βήμα και κάθε πρόταση. Γι’ αυτό και το 10ο φεστιβάλ ξεκίνησε διαφορετικά. Η εκκίνηση δόθηκε και η προετοιμασία άρχισε με ένα κάμπινγκ το καλοκαίρι, όπου η κοινή συμβίωση και οι συζητήσεις που έγιναν δημιούργησαν αρκετές προϋποθέσεις για την διεξαγωγή και την προετοιμασία του φεστιβάλ και τη μετατροπή τού χαρακτήρα του. Αντί για μία κεντρική εκδήλωση, όπως γινόταν μέχρι τώρα, με κάποιους επιφανείς ομιλητές, το φεστιβάλ θα έπαιρνε πιο «ακτινωτή» μορφή, θα λειτουργούσε περισσότερο με τη μορφή εργαστηρίων – συναντήσεων. Αυτό θα έδινε τη δυνατότητα αλλά και την ευκαιρία να πάρουν μέρος στις διεργασίες περισσότεροι άνθρωποι, να ακουστούν περισσότερες απόψεις και εργασίες, να διασφαλιστεί η ποιότητα και η σοβαρότητα που χρειάζεται η αναζήτηση και συμβολή. Γιατί η κατανόηση της πραγματικότητας και όσων γίνονται με εξαιρετικά συμπυκνωμένο και γρήγορο τρόπο, δεν είναι διόλου δεδομένη – αντίθετα αποτελεί μια δύσκολη «άσκηση» και απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε σοβαρό βηματισμό.

Στο σημείο αυτό, αν και μπουσουλιστά είναι αλήθεια, το 10ο φεστιβάλ έκανε μια μικρή τομή σε σχέση με τα προηγούμενα, θέτοντας όμως τις βάσεις για τον μετασχηματισμό τού θεσμού αυτού σε ένα βήμα – συνάντηση εργαστηρίων και σεμιναρίων που μπορούν να συγκεντρώσουν αξιόλογες δυνάμεις που έχουν να πούνε κάτι σημαντικό και προετοιμασμένο στα καίρια προβλήματα της εποχής μας.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση το φεστιβάλ που μόλις τέλειωσε έχει να δώσει σαν απολογισμό μια «παραγωγή». Ενδεικτικά, οι εισηγήσεις και οι εργασίες που παρουσιάστηκαν για την παγκοσμιοποίηση και τον λαϊκισμό, το πώς βλέπουν το εγχείρημα της Ελλάδας οργανώσεις και διανοούμενοι από άλλες χώρες, όπου βασική ομιλήτρια ήταν η Έλενα Σίαν, η προβολή της ομιλίας του Άλβαρο Γκαρσία Λινέρα για τα 100 χρόνια της Ρώσικης επανάστασης, η εισήγηση του Τζέημς Πέτρας που δημοσιεύτηκε στον Δρόμο, το σεμινάριο που έγινε για την κατάσταση στην Ελλάδα με ομιλίες του Μ. Γλέζου, του Δ. Κωνσταντακόπουλου, του Ρ. Ρινάλντι, του Γ. Μαυρή και του Π. Δερμενάκη, η εκδήλωση για τον πολιτισμό και την αντίσταση με τον Κάρλος Λατούφ, τον Στέλιο Ελληνιάδη και τον Κώστα Λιβιεράτο, η συζήτηση για τη Μέση Ανατολή κ.λπ.

Αυτή η «παραγωγή» θα φροντίσουμε να αξιοποιηθεί το αμέσως επόμενο διάστημα τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Για το τελευταίο θα δημιουργηθεί άμεσα στην ιστοσελίδα του Δρόμου ένα τμήμα με ξενόγλωσσα κείμενα όπου θα μπορούν να βρίσκουν κείμενα και συνεισφορές θεωρητικές, όσοι θελήσουν από το εξωτερικό. Ήδη ο Δρόμος εξασφάλισε πιο στενή συνεργασία με τον Κάρλος Λατούφ, τον Κάρλο Φορμέντι και την Έλενα Σίαν.

Το Resistance Festival διατήρησε το διεθνιστικό του χαρακτήρα. Είχαμε μαζί μας αντιπροσωπείες και αγωνιστές από πολλές περιοχές του κόσμου οι οποίοι γυρίζοντας στις χώρες τους θα έχουν σίγουρα πολλά να διηγηθούν και πολλούς προβληματισμούς για σημαντικά θέματα. Από την πλευρά μας προσπαθήσαμε να δώσουμε μια όσο το δυνατό πιο σφαιρική εικόνα για την κατάσταση στην χώρα μας, τη δύσκολη κατάσταση για το λαϊκό κίνημα και συνολικά για το λαό.

Στα πλαίσια του φεστιβάλ υπήρχαν και πολλές πολιτιστικές δραστηριότητες (συναυλίες, λαϊκά γλέντια, εκθέσεις, βραδιές ποίησης, προβολές, stand up comedy κ.ά.) που δείχνουν ότι ο θεσμός αυτός μπορεί να στεγάσει μια μεγάλη γκάμα ενδιαφερόντων και διεργασιών.

Το Resistance Festival μετεξελίσσεται, μετασχηματίζεται. Το μυαλό μας και η διάθεσή μας είναι σε καλύτερη κατάσταση για τα επόμενα βήματα!

https://www.e-dromos.gr/enas-nifalios-apologismos-gia-to-resistance-festival/

Tagged : /

Από το Βερολίνο χωρίς αγάπη – Άρθρο στο Δρόμο (φ.375- 30/9/2017)

Οι γερμανικές εκλογές, η απειλή για τη Δημοκρατία και η ενίσχυση της κυρίαρχης ιδεολογίας

 

Ο μικρός σεισμός που σημειώθηκε με τα εκλογικά αποτελέσματα στην Γερμανία, έχει και την καλή του πλευρά. Γιατί βοηθά όποιον θέλει να καταλάβει κάτι περισσότερο από αυτό που σερβίρουν τα ΜΜΕ, για το πραγματικό πρόβλημα συνολικά της Ευρώπης.

Το κυρίαρχο δόγμα όλων των πλευρών συνίσταται στο ότι η οικονομική πολιτική, ο νεοφιλελευθερισμός γεννά ανισότητα και φτώχεια που τροφοδοτούν ακροδεξιές πολιτικές. Βέβαια, το στερεότυπο αυτό συμπληρώνεται με τη βεβαιότητα πως δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική πέρα από τον νεοφιλελευθερισμό (ΤΙΝΑ).

Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ διαφορετική.

 

Ποσοστά και συμπεράσματα

Τα αποτελέσματα των εκλογών είναι γνωστά. Ο κυβερνητικός συνασπισμός (GroKo, από το Grosse Koalition, δηλαδή Μεγάλος Συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών) έχασε συνολικά 13 μονάδες, και πάνω από 4,5 εκατομμύρια ψηφοφόρους, καταγράφοντας τα πιο χαμηλά μεταπολεμικά ποσοστά και για τα κόμματα των Μέρκελ και Σουλτς. Η Μέρκελ με 13 μονάδες διαφορά από το δεύτερο κόμμα διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων και γι αυτό δείχνει συγκρατημένα ευχαριστημένη.

Μεγάλοι κερδισμένοι οι Φιλελεύθεροι και οι Ακροδεξιοί που δεν είχαν καταφέρει στις εκλογές του 2013 ούτε καν να μπουν στο Κοινοβούλιο. Τώρα, το μεν ακροδεξιό AfD ανακηρύσσεται τρίτο κόμμα με 94 βουλευτές, το δε FDP τέταρτο με 80 βουλευτές.

Η Die Linke (Αριστερά) και οι Πράσινοι σημειώνουν μια οριακή αύξηση, εκλέγοντας 69 και 67 βουλευτές αντίστοιχα.

Η συμμετοχή στις εκλογές αυξήθηκε από 71% το 2013 σε 76% τώρα.

Στο διάβασμα των εκλογικών αποτελεσμάτων, αξία έχει να σημειώσουμε ότι στην Ανατολική Γερμανία οι ακροδεξιοί αναδεικνύονται δεύτερο κόμμα, όπως και ότι συγκεντρώνουν ψήφους από όλα τα άλλα κόμματα. Ακόμα και η Αριστερά, βλέπει 400.000 ψηφοφόρους της να μετακινούνται προς το AfD (βλ. Πίνακα 2).

Αυτή η εικόνα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εσωτερική πολιτική ζωή της Γερμανίας –αλλά και η πολιτική της στην Ευρώπη και διεθνώς- θα μετακινηθεί πιο δεξιά, θα σκληρύνει. Ο νέος γερμανικός εθνικισμός θα αποκτήσει πιο έντονα και επιθετικά χαρακτηριστικά. Το AfD είναι απλά η πιο σκληρή πτέρυγα του νέου αναδυόμενου και ισχυροποιούμενου γερμανικού εθνικισμού. Η γερμανική Ευρώπη σημαίνει υποταγή των ευρωενωσιακών οργάνων και σχεδιασμών στις ανάγκες της ιμπεριαλιστικής ιθύνουσας τάξης της Γερμανίας.

 

Παγκοσμιοποίηση και νέος εθνικισμός

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να γίνουν δύο σημαντικές επισημάνσεις. Η Γερμανία μαζί με την Κίνα είναι δύο χώρες που ευνοήθηκαν πολύ από την παγκοσμιοποίηση. Ειδικά η Γερμανία, μετά την ενοποίηση των δύο τμημάτων της, αποτελεί τη μεγαλύτερη οικονομική και πληθυσμιακή δύναμη της Ε.Ε., επέβαλλε μέσω της Συνθήκης του Μάαστριχτ και του ευρώ μια σκληρή δημοσιονομική πολιτική που την ισχυροποίησε, κατέκτησε και σχεδόν εξάρτησε τον μηχανισμό της Ε.Ε., μετέτρεψε σε δικό της «ζωτικό χώρο» την κεντρική και ανατολική Ευρώπη (η ευρωπαϊκή «Κίνα» της Γερμανίας), επέβαλλε τοκογλυφικούς όρους δανεισμού σε πολλές χώρες μέσω των μνημονίων με χαρακτηριστικότερη περίπτωση την Ελλάδα.

Το Βερολίνο κατόρθωσε να συγκεντρώνει οικονομική δύναμη επιβάλλοντας την πανευρωπαϊκή λιτότητα και λειτουργώντας ως «ταμίας» και «παιδονόμος» των υπόλοιπων «άτακτων» της Ευρώπης. Εξυπακούεται ότι η νεοφιλελεύθερες συνταγές αφορούσαν και το εσωτερικό της Γερμανίας, όπου καταγράφεται ποσοστό φτώχειας 16% και μεγάλη ανισότητα ανάμεσα στο δυτικό και το ανατολικό τμήμα. Βέβαια, οι κυρίαρχες δυνάμεις παρουσιάζουν την σημερινή Γερμανία ως την «καλύτερη που είχαμε ποτέ» και αναφέρονται στις οικονομικές και εξαγωγικές της επιτυχίες και τα χαμηλά ποσοστά ανεργίας που εμφανίζει.

Η δεύτερη επισήμανση εδράζεται στο γεγονός ότι καμία πολιτική δύναμη στη Γερμανία δεν έχει επί της ουσίας αμφισβητήσει τον διεθνή και ευρωπαϊκό ρόλο του κράτους, δηλαδή την πολιτική της γερμανικής Ευρώπης και τον ρόλο του Βερολίνου στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Αυτό είναι κεντρικό πολιτικό ζήτημα, γιατί η απλή αντίδραση ή κριτική σε ορισμένες πλευρές δεν συνιστά διαχωριστική θέση από το γενικό ιδεολογικό και πολιτικό, ηγεμονικό εντός της κοινωνίας, σχήμα: «Θα καλυτερεύσουμε τη ζωή μας μέσα σε μια ισχυρή Γερμανία και εις βάρος των άλλων». Ο νέος γερμανικός εθνικισμός στηρίζεται στην ιδέα της κραταιάς Γερμανίας που δικαιούται να έχει πρωταρχικό ρόλο επί των άλλων Ευρωπαίων και πόσο μάλλον επί… απολίτιστων τριτοκοσμικών. Η ιδέα αυτή κερδίζει τη συναίνεση, έχει μεγάλο κοινωνικό consensus μέσα στη Γερμανία.

Η σοσιαλδημοκρατία συγκυβερνούσε το προηγούμενο διάστημα, ο δε επικεφαλής της είχε διατελέσει εξέχων στέλεχος της ευρωενωσιακής γραφειοκρατίας, υιοθετώντας και στηρίζοντας όλες τις υπαγορεύσεις της ιθύνουσας τάξης της Γερμανίας.

Είναι εντυπωσιακό, αλλά ούτε η Die Linke δεν ψέλλισε τίποτα για τον ρόλο της Γερμανίας στην Ευρώπη, για τον ρόλο του νέου γερμανικού εθνικισμού που στηρίζεται και τρέφεται από την υπαγωγή όλου του ευρωενωσιακού κρατικού μορφώματος στις στοχεύσεις του.

Αυτή η σιωπή για τη γερμανοποίηση της Ευρώπης δεν μπορεί να ισοσκελιστεί με γενικές αναφορές στην αλληλεγγύη και τη δικαιοσύνη. Η Die Linke έχασε εξάλλου ψήφους στην ισχυρή της βάση, την Ανατολική Γερμανία. Μετεκλογικά, τονίζει ότι το AfD είναι τέκνο των CDU και του SPD που συγκυβέρνησαν και εφάρμοσαν νεοφιλελεύθερες πολιτικές, αλλά και πάλι ερμηνεύει την άνοδο του AfD ως αποτέλεσμα των κοινωνικών ανισοτήτων. Δεν βλέπει διόλου το μέγα θέμα του νέου γερμανικού εθνικισμού που από το 1990 έχει καταστεί κυρίαρχη ιδεολογία και τις ανάγκες του γερμανικού ιμπεριαλισμού.

Η Μέρκελ ως εκφραστής των πιο συνολικών γερμανικών συμφερόντων, εκφράζει μια σχετική αυτονομία από τις ακραίες κοινωνικές εκφράσεις του νέου γερμανικού εθνικισμού, άσχετα αν η πολιτική της τον στηρίζει και τον τρέφει. Τα κοσμοπολίτικα παγκοσμιοποιητικά χαρακτηριστικά και οι τέτοιου είδους πινελιές που έχει η πολιτική της, υπαγορεύονται από συγκεκριμένες ανάγκες (στο Μεταναστευτικό, για παράδειγμα, η άρχουσα τάξη της Γερμανίας είχε ανάγκη το 1 εκατομμύριο πρόσφυγες και έχει υπολογιστεί πως είναι αναγκαίες σε έναν βαθμό οι ροές εργατικού δυναμικού). Η Μέρκελ προκρίνει, λοιπόν, τον πολιτικό χειρισμό και τέτοιων πλευρών, ενώ άλλες πτέρυγες θα τα χρησιμοποιούν για να προωθήσουν τις θέσεις τους. Μόνο που αυτή η συνταγή καταλήγει να θρέψει ακραίες φασιστικές λογικές και να προσδώσει ιδιαιτέρως επιθετικά χαρακτηριστικά στον νέο γερμανικό εθνικισμό. Αυτή η προσφορά της Μέρκελ και των «παγκοσμιοποιητών» σημαίνει καταρράκωση και συρρίκνωση της δημοκρατίας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και βεβαίως επιφέρει την νέα άνοδο του φασισμού στη Γερμανία και την Ευρώπη.

Είναι υποκριτικό η ολοκληρωτική γερμανική Ευρώπη να παριστάνει πως ανησυχεί για το «αυγό του φιδιού». Η Γερμανία, ως ιθύνουσα δύναμη της Ε.Ε., είναι άκρως επικίνδυνη και υπονομεύει τη δημοκρατία, τη λαϊκή και εθνική κυριαρχία στην Ευρώπη.

 

Διαβουλεύσεις και δυσκολίες

Σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, και τώρα στην Γερμανία, δυσκολεύει η πολιτική διαχείριση μέσα από τις εκλογικές διαδικασίες. Είναι πιο δύσκολες οι κυβερνητικές λύσεις. Μια λύση «Τζαμάικας» (τι κολακευτικό για μια κυρίαρχη χώρα να επικαλούνται τα χρώματα της σημαίας της για να αποδοθεί ένας πιθανός κυβερνητικό συνεταιρισμός), δηλαδή συνεργασίας Μέρκελ, Φιλελεύθερων και Πράσινων, θα κινηθεί σε πιο σκληρές θέσεις, αφού οι Φιλελεύθεροι διαφωνούσαν με τις επιλογές της «ήπιας» Μέρκελ, ενώ η πίεση που θα ασκούν οι Ακροδεξιοί θα επιφέρει κάποια αποτελέσματα.

Η Μέρκελ, αφού σχηματίσει κυβέρνηση με ή χωρίς Σόιμπλε, θα πρέπει να αλλάξει κάποια πράγματα στην Ε.Ε. μαζί με Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία, ώστε να εξασφαλίσει όρους συνέχισης της πολιτικής της απέναντι στα μεγάλα εμπόδια που είναι οι ΗΠΑ του Τραμπ και, ανατολικά, ο Πούτιν.

Ελλάδα και γερμανικές εκλογές

Θυμάστε εκείνο το «θα δούμε το ζήτημα του χρέους μετά τις γερμανικές εκλογές»; Σήμερα, μοιάζει με ανέκδοτο να νομίζει κανείς ότι θα μειωθεί η πίεση από την Ε.Ε. και τη Γερμανία. Οι συσχετισμοί πράγματι αλλάζουν, αλλά μάλλον προς το χειρότερο για την Ελλάδα.

Το μήνυμα του κυρίαρχου νέου γερμανικού εθνικισμού, που ενισχύεται από τις εκλογές, είναι πως δεν πρόκειται να γίνει καμιά χάρη στους ασθενέστερους. Εκείνη που είναι πλήρως κατανοητή, είναι η σύγχυση του ΣΥΡΙΖΑ: Ποιον να πρωτοσυγχαρεί; Την Linke λόγω πολιτικής συγγένειας; Τον μέγα φίλο της Ελλάδας Σουλτς; Ή την «μαντάμ Μέρκελ» που είναι η φωνή της σύνεσης και ηγέτης της παγκοσμιοποίησης, στην οποία έχουμε προσχωρήσει ψυχή τε και σώματι; Όποιον και να διαλέξουμε, γενικώς «οι Γερμανοί είναι φίλοι μας»…

https://www.e-dromos.gr/apo-to-verolino-xwris-agaph/

Tagged : /

Το «άδειο Κιβώτιο» του πολιτικού κόσμου – Άρθρο στο Δρόμο (φ. 374 – 23/9/2017)

Τα μεγάλα… οράματα για την Ελλάδα βουλιάζουν στη διαφθορά και τη διαπλοκή

Τα δύο μεγάλα κόμματα, Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ, παρουσιάστηκαν, δια μέσου των αρχηγών τους και από βήματος της ΔΕΘ, σαν κάτοχοι μεγάλων οραμάτων για την Ελλάδα που δικαιούται η νέα γενιά, για την Ελλάδα του μέλλοντος. Στην πραγματικότητα, δεν έχουν κανένα όραμα για τη χώρα και πολύ περισσότερο δεν εκπονούν αυτοί –τα επιτελεία και τα κόμματά τους- καμία από τις εφαρμοζόμενες πολιτικές. Αυτές αποφασίζονται από τα τροϊκανά όργανα και τις ευρωενωσιακές αποφάσεις, και υλοποιούνται μέσα από τα πακέτα μέτρων των Μνημονίων που ψηφίζονται στο ελληνικό Kοινοβούλιο τα 7 τελευταία χρόνια.

Ο πολιτικός κόσμος, αφού για ένα διάστημα διχάστηκε ανάμεσα σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς, τώρα αποδέχεται τη νέα διαμορφωμένη πραγματικότητα και συναγωνίζεται ποιος είναι ικανότερος να προσελκύσει επενδύσεις, να εγγυηθεί για ασφάλεια και κοινωνική ειρήνη. Ο «αυτόματος πιλότος» των όσων συμφωνιών έχει συνάψει το ελληνικό κράτος με τους εταίρους, δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις από το «πρόγραμμα» και πριμοδοτεί όσους μπορούν να το φέρουν σε πέρας με τη μεγαλύτερη αποδοτικότητα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πρόσφερε τα μέγιστα μέχρι τώρα. Πέρασε ό,τι δεν μπορούσαν να περάσουν οι «κακοί», εγγυήθηκε μια κοινωνική κάλμα που κανείς άλλος δεν θα πρόσφερε για 2,5 χρόνια, καταρράκωσε κάθε ελπίδα για καλύτερη ζωή. Φθείρεται, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ, και προβάλλει ως διάδοχη κατάσταση η Ν.Δ. που έχει μεγαλύτερη ευκολία να διακηρύττει και να εφαρμόζει το Πρόγραμμα. Χωρίς ιδεολογικούς φραγμούς, τύψεις και αναστολές.

Η σιωπή και των δύο για τον «αυτόματο πιλότο» είναι εξηγήσιμη. Τούτες τις μέρες, όμως, ήρθε στην επιφάνεια μια ακόμα σιωπή. Η ρύπανση του Σαρωνικού, όσο κι αν κουκουλώνουν το ζήτημα, φέρνει στην επιφάνεια από πολλές χαραμάδες, τη σχέση εφοπλιστών, υπουργείου Ναυτιλίας, Λιμενικού, πολιτικού κόσμου, ΜΜΕ με την –υπό διωγμόν κατά τ’ άλλα- διαφθορά και διαπλοκή.

Διαφθορά και διαπλοκή ζουν και βασιλεύουν και στη μνημονιακή Ελλάδα. Επιβάλλουν, μάλιστα, ομερτά σε ολόκληρο τον πολιτικό κόσμο. Κανένας δεν λέει κανένα όνομα. «Μη λες ονόματα», λέει ο ένας στον άλλο. Ο Πολάκης, το παλληκάρι, δεν ξέρει τώρα τίποτα. Ο Δρίτσας από τους «53», που διετέλεσε και υπουργός ναυτιλίας, ήξερε μεν πως ήταν έμπειρος ο γέρος ξάδελφος του Λυκουρέζου στην Αίγινα που παρέσυρε και σκότωσε τόσους ανθρώπους, αλλά για το διαρκές έγκλημα της λαθρεμπορίας, τι να πει αφού δεν ξέρει. Ξέρουν όμως και οι 53 ότι η προσπάθεια να απλοποιηθεί η διαδικασία αλλαγής φύλλου είναι η κορυφαία μεταρρύθμιση, που ίσως τη μπλοκάρουν οι κάκιστοι των ΑΝΕΛ… Ο φοβερός και τρομερός ντετέκτιβ δημοσιογράφος Βαξεβάνης δεν έχει κανένα ρεπορτάζ για το θέμα; Δεν έχει ακούσει τίποτα; Η κυρία Άντα Ψαρρά της ΕφΣυν δεν μπορεί να ανοίξει τους φακέλους της και να κάνει αποκαλύψεις;

Αλλά και η Ν.Δ. τι να πει; Αφού κι αυτή δεν ξέρει τίποτα. Την ενδιαφέρει η πολιτική αξιοποίηση του θέματος και φυσικά το κουκούλωμα της υπόθεσης. Εκτός κι αν ο μεγάλος καυγάς στο βαθύ σύστημα εφοπλισμού και ΜΜΕ, απαιτήσει κάποιες αποκαλύψεις με ρέγουλα.

Ούτε ο υπόλοιπος πολιτικός κόσμος λέει τίποτα αποκαλυπτικό. Το «γιατί» δεν είναι τόσο κρυμμένο. Στην Ελλάδα κυκλοφορεί πολύ μαύρο χρήμα και η συνύφανση (τα κονέ, πιο απλά) ανάμεσα στη φανερή οικονομία και τις «υπόγειες» δραστηριότητες παντός είδους, έχουν τυλίξει νευραλγικούς τομείς της κρατικής και πολιτικής λειτουργίας. Ο πολιτικός κόσμος, ποτέ δεν ήταν τόσο εξαρτημένος από τα κυκλώματα αυτά και ποτέ τόσο αδύναμος. Η γραμμή είναι «κουκούλωμα και διαχείριση». Όλοι θυμόμαστε το «όποιος έχει στοιχεία, να πάει στον εισαγγελέα». Θα ξανακουστεί σύντομα. Βέβαια το λαθρεμπόριο καυσίμων είναι ακόμα πλημμέλημα…

Κανένας, μα κανένας, δεν νοιάζεται για την ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Η επιτροπεία της χώρας έχει άλλους στόχους: Τη γενικευμένη φτωχοποίηση, την τοκογλυφική αφαίμαξη, την αναδιανομή του πλούτου υπέρ μιας ολιγαρχίας αεριτζίδικης, μεταπρατικής ή και μαφιόζικης, την καταστροφή μικρής και μεσαίας τάξης μέσω της αρπαγής (δάνεια, κατασχέσεις, καταθέσεις, αποποιήσεις κληρονομιάς, φορολογία). Αλλά και την εκποίηση φυσικού και ορυκτού πλούτου της χώρας προς όφελος μεγάλων δυτικών μονοπωλίων. Ο λόγος για τις επενδύσεις, αφορά ακριβώς τη φτηνή ιδιωτικοποίηση και «αξιοποίηση» όλων των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων που πέρασαν στο υπερταμείο.

Αυτά δεν τα ξέρουν ο Κουρουμπλής (που δεν θα παραιτηθεί ποτέ), ο Τσακαλώτος (που μάλιστα δεν του τραβούν τα αφτιά), ο Δραγασάκης (που κάνει τουρνέ ανά την Ελλάδα μαζί με τον Τσίπρα για την παραγωγική ανασυγκρότηση) ή ο Πάντζας (που θέλει γήπεδο στη Φιλαδέλφεια).

Ο πολύς μαρξισμός ζάλισε τους Δραγασάκη, Σταθάκη, Τσακαλώτο, Κατρούγκαλο και τώρα: «Τα ρέστα μου» ο ένας, «δικαίωμα» ο άλλος, «τα βλέπω» ο τρίτος, «πάσο» ο τελευταίος. «Πάμε για άλλους τρεις γύρους;» λέει ο Φλαμπουράρης. «Φτάνει ρε παιδιά, αύριο 8.30 πρέπει να είμαι Χίλτον» (Κατρούγκαλος). «Ρε Γιάννη, τι λέει ο Μαρξ για το παραγωγικό κεφάλαιο;». «Άσε τις πλάκες Ευκλείδη, δεν είναι ώρα για αστεία»…

Για τον μαρξισμό του άλλου «τραπεζιού» (Τσίπρας, Τζανακόπουλος, Βερναρδάκης, Τσέκερης, Καρανίκας), σε άλλη ευκαιρία. Ο Πιτσιόρλας, λένε οι κακές γλώσσες ότι παίζει ηλεκτρονικό πόκερ, στο κομπιούτερ. Δεν τον καλούνε οι άλλοι.

«Άδειο κιβώτιο» ο πολιτικός κόσμος. Παλιά λέγανε «τενεκές τρύπιος». Μεγάλα λόγια, κούφιες υποσχέσεις και πλήρης αδιαφορία για την κοινωνία, τον τόπο, τη νέα γενιά.

 

Τόσο ίδιοι…

Νομίζω, πιστεύω, και θέλω να μοιραστώ μαζί σας την εκτίμηση ότι ήρθε η ώρα να ανοίξουν η νεολαία, η χώρα, όλοι μας να ανοίξουμε τον βηματισμό μας προς τα μπροστά.
Η μετάβαση, όμως, από την εποχή του Grexit στην εποχή του Grinvest, δεν έγινε με αυτόματο πιλότο.
Και είμαστε αποφασισμένοι να το πετύχουμε και είμαστε αποφασισμένοι να το καταφέρουμε, είμαστε αποφασισμένοι να ξαναστηθεί αυτή η χώρα στα πόδια της, στις δικές της δυνάμεις.
Του χρόνου εδώ θα συζητάμε για το πώς θα οργανώσουμε το μέλλον κα το πώς θα σχεδιάσουμε και θα υλοποιήσουμε μαζί την Ελλάδα της νέας εποχής.
Την Ελλάδα της δίκαιης ανάπτυξης.
Την Ελλάδα της κοινωνικής προκοπής και της δικαιοσύνης.
Την Ελλάδα που αξίζει σε εμάς και κυρίως στη νέα γενιά αυτού του τόπου.
(Αλέξης Τσίπρας, στη ΔΕΘ)

 

Στις δικές μας πλάτες, στην επόμενη κυβέρνηση, πέφτει μια βαριά ευθύνη. Όχι μόνο να πετύχουμε μια μεγάλη πολιτική αλλαγή, αλλά να βγάλουμε οριστικά τη χώρα από την κρίση.
Να γίνει ένας κόσμος που ανατέλλει και όχι μια χώρα που δύει.
Μέσα στην καταχνιά της κρίσης, η Ελλάδα διψά για ένα καλύτερο αύριο. Και το δικαιούται.
Οραματίζομαι μια Ελλάδα με πραγματική ελευθερία, αλλά και με γνήσια αλληλεγγύη. Σε αυτήν την Ελλάδα οι άξιοι επιβραβεύονται. Και οι πιο αδύναμοι υποστηρίζονται. Αυτήν την Ελλάδα αξίζουμε. Διότι αξίζουμε καλύτερα…
Να χτίσουμε για πρώτη φορά μια σύγχρονη Ελλάδα που δεν θα είναι μια οφθαλμαπάτη, δεν θα είναι μια μετέωρη χώρα χωρίς προσανατολισμό, χωρίς θέση στην Ευρώπη και στον κόσμο. Θα είναι αντίθετα η νέα Ελλάδα του 21ου αιώνα.
Πίσω από τη στάχτη της κρίσης να ξαναβρούμε τη φλόγα της δημιουργίας.
(Κυριάκος Μητσοτάκης, στη ΔΕΘ)

https://www.e-dromos.gr/to-adeio-kibwtio-tou-politikou-kosmou/

 

Tagged : /

Ciao bello! Νίκος Χιωτάκης, 1955-2017

 

Δεν είμαι έτοιμος να αποχαιρετήσω τον παιδικό μου φίλο Νίκο Χιωτάκη. Για πολλούς λόγους. 51 χρόνια φιλίας βαραίνουν, κάνουν την ανάσα πιο δύσκολη. Μια ζωή ολόκληρη. Μα πάλι, αν δεν μπορώ να τον αποχαιρετήσω, δεν μπορώ να παραστήσω πως δεν έγινε τίποτα και να συνεχίσω να κάνω όλα όσα έκανα.

Συμμαθητές στο Γυμνάσιο, την Ιταλική Σχολή (της Πατησίων, πριν πάει στην Μητσάκη και κλείσει πριν από λίγο καιρό μέσα στην αδιαφορία και τις περικοπές του ιταλικού κράτους), Κυψελιώτες, παιδιά, μετά έφηβοι, παρέες, γιορτές, πάρτι, πλάκες, σχέσεις, μετά φοιτητικά χρόνια –απομακρυσμένοι από πολιτικές διαφορές–, γάμοι, παιδιά, χωρισμοί, επαγγελματικά, αλλά πάντα δεμένοι. Εκείνος κράτησε την φιλία μας, της έδινε σημασία, την υπολόγιζε, έκανε κινήσεις. Είχαμε στενή επαφή και μια αλληλεγγύη μεταξύ μας στα καλά και στα δύσκολα. Η κρίση μας έφερε ακόμα πιο κοντά και μας έκανε να αισθανόμαστε τα ουσιαστικά περισσότερο.

Πλακατζής, ζωντανός, έξυπνος, χαρισματικός, ψυχή και σύνδεσμος μιας ολόκληρης τάξης (που αποφοίτησε το 1972), ικανός αρχιτέκτονας με πολλά ενδιαφέροντα και πλούσια μόρφωση.

Την τελευταία μέρα του, το Σάββατο 16/9, είχαμε ραντεβού. Μου είχε γράψει (δεν μπορούσε να μιλήσει) «φέρε μου την εφημερίδα κι ό,τι άλλο γκωσίστ βγάζετε». Τον πρόλαβα πριν μπει στο ασθενοφόρο. Κούνησε το χέρι σαν να μου έλεγε «τι να πούμε τώρα…». Του έστειλα φιλιά, μου έστειλε και εκείνος. Σε 5 ώρες είχε φύγει οριστικά.

Αυτές τις μέρες, αυτός ο θάνατος με πονάει περισσότερο από όσο μπορούσα να φανταστώ.

Επειδή ήταν πλακατζής – τι γέλια κάναμε, ρε Νίκο– θα του έλεγα μόνο: «Amici miei», «Vieni a prendere il caffé da noi» (δύο ταινίες με τον Ούγκο Τονιάτσι).

Συνεχίζουμε φίλε!

Η Κυψέλη, (ο Άη Γιώργης, η Ύδρας, η Άνδρου, η Τροίας, η Φωκίωνος) είναι θλιμμένη και άδεια τούτες τις μέρες…

Ρούντι Ρινάλντι

Νίκος Χιωτάκης ,Μάρω Πιζάνη, Ρούντι Ρινάλντι(1971;)

 

Στο κέντρο Νίκος Χιωτάκης, πίσω του Γιώργος Σημαιφορίδης και Διονύσης Γιαννημαράς. Πιο πίσω αριστερά Αντώνης Χαραχούσης. Στο κέντρο πίσω Άγης Κόντεσης. Όρθιος δεξιά Γιώργος Μαρούδης (καλοκαίρι 1971 ή 1972)

 

Ο Νίκος Χιωτάκης φέτος το καλοκαίρι στην Ζάκυνθο. Αριστερά Ρούντι Ρινάλντι, δεξιά Νίκος Βουτσινάς που φιλοξενούσε τον Νίκο(14 Αυγούστου 2017)

 

Tagged :

Αυτό το «κάτι» που λείπει, ξεχνιέται, παραμερίζεται – Άρθρο στο Δρόμο (φ.373 – 16/9/2017)

Το πολιτικό σύστημα και η ανάγκη μιας διαφορετικής πορείας για τη χώρα

 

 Η υποστροφή του λαϊκού παράγοντα οδήγησε σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια σε μετατόπιση του πολιτικού άξονα επί το συντηρητικότερον. Αυτή είναι η «κανονικότητα» που όλοι υποδέχονται περιχαρείς. Για αυτό σήμερα η δημόσια συζήτηση έχει μετατοπιστεί και δεν γίνεται, για παράδειγμα, λόγος για το χρέος, το πολιτικό σύστημα, την έκπτωση της δημοκρατίας ή την εξάρτηση της χώρας. Αντίθετα, έχει υιοθετηθεί μια πολιτική ατζέντα κομμένη και ραμμένη στις προδιαγραφές της μνημονιακής πραγματικότητας.

Από κυβερνητικής πλευράς, βέβαια, λέγονται χοντρά ψέματα, όπως ότι η επόμενη ΔΕΘ θα διοργανωθεί σε μια χώρα εκτός μνημονίων, αφού τον Αύγουστο του 2018 θα έχει τελειώσει η μνημονιακή επιτροπεία. Τι κι αν ο πολύς Μοσκοβισί, αυτός που ομολογεί ότι καταπατήθηκε κάθε δημοκρατική διαδικασία στην περίπτωση της Ελλάδας, τονίζει ότι έξοδος από τα μνημόνια θα υπάρξει μόνο όταν αποπληρωθεί το 75% του χρέους. Του Αγίου Τάδε ανήμερα δηλαδή…

 

Επιστροφή στην «κανονικότητα»

Η προπαγανδιστική μηχανή του Μαξίμου, θέλει να παρουσιάσει μια εικόνα στροφής στην οικονομική ζωή της χώρας. Αναγγέλλει μια νέα εποχή επενδύσεων και εμπιστοσύνης προς την Ελλάδα, μαζί με ένα υποτιθέμενα νέο παραγωγικό και αναπτυξιακό μοντέλο. Η αντιπολίτευση από τη μεριά της, θέλει να δείξει ότι η κυβέρνηση είναι ανίκανη να οδηγήσει την χώρα στην «κανονικότητα», άρα έρχεται η δική της ώρα. Πίσω από το συνηθισμένο σεπτεμβριανό παιχνίδι εντυπώσεων, στο οποίο επιδίδονται κόμματα και πολιτικός κόσμος, υπάρχει ένα θέμα ουσίας.

Με την «απολίπανση» των μεσαίων και μικρομεσαίων στρωμάτων, την εξάπλωση της μερικής απασχόλησης, της απλήρωτης εργασίας και της φορο-ληστείας, οι δυναμικοί παράγοντες της μεγαλοαστικής τάξης (οι εγχώριες παραδοσιακές οικογένειες-όμιλοι και οι αναδυόμενοι μισομαφιόζικοι κύκλοι), έχουν προσαρμοστεί στο περιβάλλον που διαμορφώνεται μετά από 8 χρόνια Μνημόνια. Προσαρμόστηκαν είτε στέλνοντας δραστηριότητες στο εξωτερικό, είτε κάνοντας υπεργολαβικούς «γάμους» συμφερόντων με ξένους ομίλους που έχουν αναλάβει την εκποίηση της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, προς όφελός τους φυσικά.

Ολόκληρος ο πολιτικός κόσμος (πρώην αντιμνημονιακός ή μη), αν θέλει να έχει σήμερα έναν ρόλο, οφείλει να διευκολύνει αυτό το περιβάλλον. Να υπάρξει και να αναπαραχθεί μέσα σε αυτό, χωρίς φυσικά να το αμφισβητεί.

Επί της ουσίας, δεν υπήρξε σε όλη την μεταπολιτευτική περίοδο τόσο καθολική υπαγωγή του πολιτικού κόσμου στον ξένο και εγχώριο οικονομικό παράγοντα. Υπαγωγή είτε προς τους ξένους «θεσμούς» που υπαγορεύουν «μεταρρυθμίσεις» και πλήρη απορρύθμιση, είτε προς τους εγχώριους «λούμπεν» μαφιόζικους κύκλους που δραστηριοποιούνται στον έλεγχο τζόγου, λιμανιών, λαθρεμπορίου, ποδοσφαίρου, περιοχών, δήμων και ΜΜΕ. Κωνσταντίνος Καραμανλής και Ανδρέας Παπανδρέου, στις δεκαετίες του 70 και του 80, αντιπροσώπευαν έναν βαθμό αυτονομίας του πολιτικού στοιχείου που οι σημερινοί επίγονοι ούτε μπορούν να φανταστούν.

Επιστροφή στην «κανονικότητα», σημαίνει πως το πολιτικό προσωπικό αντιλαμβάνεται καθαρά και χωρίς περιστροφές πως οι κανόνες άσκησης της πολιτικής και της διαχείρισης θα οριοθετούνται εντός του πλαισίου που δημιούργησαν οι μνημονιακές ρυθμίσεις και όσα υπαγορεύονται από το νέο γεωπολιτικό πλαίσιο. Ορισμένοι πολιτικοί θα «καούν» γιατί δεν θα είναι σε θέση να ισορροπήσουν και να εξυπηρετήσουν όλες τις πλευρές, κι άλλοι γιατί θα βιαστούν ή θα ποντάρουν σε λάθος παίκτες μέσα στον κανιβαλικό χορό που θα στηθεί γύρω από τα μεγάλα «φιλέτα».

Επομένως, δεν χρειάζεται κανένα μεγάλο όραμα ή σύνθημα για μια μεγάλη αλλαγή οποιουδήποτε τύπου. Δεν χρειάζεται ο αντιμνημονιακός λόγος των προηγούμενων χρόνων, ούτε καν στην πιο ρηχή εκδοχή του. Η πλήρης υπαγωγή και συνενοχή του πολιτικού κόσμου στην διαμορφωθείσα κατάσταση, απαιτεί έναν λόγο συστημικό και απαλλαγμένο από κάθε «λαϊκισμό». Επενδύσεις, παραγωγικότητα, κέρδος, επιχειρηματικότητα, Gre-invest, έξοδος στις αγορές, με ολίγη από κοινωνική οικονομία, εταιρική ευθύνη και καινοτομία.

Επιστροφή στην κανονικότητα, σημαίνει για τον πολιτικό κόσμο να βγούμε από την «σκληρή επιτροπεία», εφαρμόζοντας ακριβώς όσα αυτή παραγγέλλει και χωρίς να ενδιαφερόμαστε για το πού οδηγεί τη χώρα. Στην ουσία, πρόκειται για αποδοχή του «γύψου» των μνημονίων και κυρίως των αποτελεσμάτων του, σε μόνιμη βάση. Αποδοχή του νομικού – πολιτικού οικοδομήματος που έχει εγκαθιδρύσει, της κατεδάφισης που έχει προκαλέσει σε δικαιώματα και κατακτήσεις. Αποδοχή της διάλυσης της χώρας και της μετατροπής της σε βορρά των ευρύτερων γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Στο πλαίσιο αυτό, ο «εθνολαϊκισμός», και ιδιαίτερα αυτός των χρόνων 2010-2012, πρέπει να ριχθεί στην πυρά.

 

Το κενό στην πολιτική ατζέντα

Στον νέο πολιτικό λόγο, δεν διακρίνεται καθόλου η ανάγκη κάποιας διαφορετικής πορείας για τη χώρα. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, ο πολιτικός κόσμος προτιμά να δημιουργεί σύγχυση. Η απάντηση που δίνει είναι, επί της ουσίας, η ανάγκη πλήρους ευθυγράμμισης με ορισμένα δυτικά οικονομικά και πολιτικά στάνταρντς. Τα λένε «ευρωπαϊκά», αλλά μάλλον εκείνο που προωθείται είναι μια «αμερικανοποίηση» της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας. Με τριτοκοσμικά ή ανατολικοευρωπαϊκά επίπεδα μισθών και δικαιωμάτων, βεβαίως.

Άλλωστε, η Ελλάδα «δεν μπορεί αλλιώς». Είναι υποχρεωμένη να υπομείνει αυτή την πορεία προδιαγεγραμμένης υποβάθμισης και διάλυσης, ίσως και διαμελισμού και δημογραφικού μαρασμού. Λογικά, σύμφωνα πάντα με την αστική σκέψη, δεν χρειάζεται αλλαγή ρότας, αφού δεν υπάρχει καμία άλλη εναλλακτική. Απαγορεύεται γενικώς να φανταστεί κανείς μια κοινωνία καλύτερη, μια χώρα και έναν λαό με στόχους. Από το «δεν υπάρχει εναλλακτική» ξεκινά και εκεί τελειώνει η κυρίαρχη συστημική πρόταση και σε αυτή τη βάση είναι που στηρίζεται η «αυτοκτονία της σκέψης» των υποτελών τάξεων, του λαού. Στην πραγματικότητα, βέβαια, μάλλον για «φόνο εκ προθέσεως» πρόκειται και λιγότερο για αυτοκτονία..

Δεν απασχολεί κανέναν μια μεγάλη πολιτική μεταβολή ή αλλαγή. Αυτό είναι το «κάτι» που όλοι αποσιωπούν. Το πλαίσιο και τα όρια που έχουν επιβληθεί, τα γνωρίζουν όλοι, τα σέβονται και κυρίως σχεδιάζουν μέσα σε αυτά. Κι όμως, βασική προϋπόθεση για οποιαδήποτε θετική εξέλιξη, είναι μια μεγάλη πολιτική αλλαγή. Μια νέα μεταπολίτευση, που θα καθαρίσει τον κόπρο του Αυγεία (και όχι φυσικά του… Αυγέα, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό). Για να το πετύχει αυτό, σύμφωνα με τον μύθο, ο Ηρακλής έστρεψε δύο ποτάμια προς τα εκεί, τον Αλφειό και τον Πηνειό. Από τα ορμητικά τους νερά, καθάρισε η κόπρος.

Είναι δεδομένο ότι ο πολιτικός κόσμος και οι οικονομικές ελίτ δεν θέλουν και δεν μπορούν να καθαρίσουν την σύγχρονη κόπρο, μέσα στην οποία βουλιάζει η χώρα. Δεν υπάρχει βέβαια Ηρακλής, ούτε και κανένας άλλος σωτήρας. Η ορμητική δύναμη που είναι εντελώς απαραίτητη είναι, χωρίς αμφιβολία, εκείνη του λαϊκού παράγοντα. Πρόκειται, όμως, για δύναμη που τελεί αυτή τη στιγμή εν υπνώσει, σε καθεστώς ήττας και απώλειας προοπτικής με κομβικό στην εξέλιξη αυτή τον ρόλο της Αριστεράς.

Να προσαρμοστεί κανείς στην «κανονικότητα» που όλοι καλωσορίζουν, αλλά καθόλου δεδομένη δεν είναι η έλευσή της, ή να επισημαίνει με επιμονή τον απαραίτητο όρο μια μεγάλης θεμελιακής πολιτικής αλλαγής; Τα μεγάλα ρεύματα δημιουργούνται από πλήθος ρυάκια. Δίχως μεγάλες ιδέες και οράματα, δεν έγινε καμιά σημαντική κοινωνική στροφή. Ο στόχος μιας μεγάλης πολιτικής αλλαγής, όρου αναγκαίου για την κάθαρση από τον μνημονιακό κόπρο, είναι κρίσιμο να μην υποσταλεί.

https://www.e-dromos.gr/ayto-to-kati-poy-leipei-xexnietai-paramerizetai/

Tagged : /

Ο κεντροαριστερός άξονας – Άρθρο στο Δρόμο (φ.372 – 9/9/2017)

Ο ρόλος και η σημασία του στην ελληνική πολιτική ζωή

 

Ιστορικά, σε τρεις κρίσιμες περιόδους η κεντροαριστερή συνταγή αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για το εγχώριο πολιτικο-οικονομικό σύστημα και τους διεθνείς προστάτες του.

Η πρώτη σχετίζεται με τη δημιουργία της Ένωσης Κέντρου υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Βασική επιδίωξη, η αντιμετώπιση και εξουδετέρωση της ανόδου της ΕΔΑ (αξιωματική αντιπολίτευση με 24% και 80 βουλευτές μόλις το 1958, εννέα χρόνια μετά τον εμφύλιο) και η απορρόφηση του ριζοσπαστισμού σε δικομματικά κανάλια. Η «πολιτική ουράς» που ακολούθησε η ΕΔΑ προς την Ε.Κ. προσέδωσε πόντους και αποτελεσματικότητα στο όλο εγχείρημα. Αυτή η «κεντροαριστεροποίηση» οδήγησε σε μεγάλη κρίση το αριστερό και λαϊκό κίνημα, κάνοντας ευκολότερη την επικράτηση της χούντας το 1967.

Δεύτερη περίπτωση, η διαδρομή του ΠΑΣΟΚ από το 1974 έως και την περίοδο Σημίτη. Το κόμμα του Α. Παπανδρέου χρησιμοποίησε αρχικά αριστερό λόγο για να προσεταιριστεί τον ριζοσπαστισμό που αναδύθηκε μετά την πτώση της δικτατορίας. Στη συνέχεια, αναδείχθηκε ως η πιο αποτελεσματική αστική πολιτική δύναμη για τη διαχείριση του συστήματος και την προώθηση του εκσυγχρονισμένου μεταπρατισμού.

Η τρίτη φορά σχετίζεται με τον ΣΥΡΙΖΑ. Σε περίοδο οξύτατης κρίσης του πολιτικού συστήματος, ανέλαβε να διεκπεραιώσει και να προωθήσει τις μνημονιακές πολιτικές, αδρανοποιώντας το λαϊκό κίνημα και αποσαθρώνοντας τον ριζοσπαστισμό των χρόνων 2010-2012. Με τον ΣΥΡΙΖΑ, ο κυβερνητισμός και η κεντροαριστεροποίηση αποτέλεσαν μοχλό διαιώνισης των μνημονιακών συνταγών και παλινόρθωσης του πολιτικού συστήματος.

Δεν είναι εύκολο να υπολογίσει κανείς ποιες θα ήταν οι εξελίξεις χωρίς την κεντροαριστερή διαχείριση και τον αντίστοιχο προσανατολισμό της πολιτικής ζωής. Πώς, σε τι βαθμό και με ποιες εναλλακτικές θα τιθασεύονταν ο λαϊκός παράγοντας και πόσα προβλήματα και δυσκολότερους όρους θα αντιμετώπιζε η αστική πολιτική στην Ελλάδα.

 

Η βασική συνιστώσα

Η κεντροαριστερή πολιτική είναι μια βασική συστημική πολιτική. Ο πυρήνας από τον οποίο εκκινεί η εκφώνηση και η εκτύλιξή της, είναι η παραμονή εντός του υπάρχοντος συστήματος και των προδιαγραφών του. Δηλαδή στην περίπτωσή μας, η παραμονή εντός του καθεστώτος εξάρτησης (θέση και συμμαχίες της χώρας, συμμετοχή σε ενώσεις και συνασπισμούς) και εντός των πλαισίων όχι μόνο του καπιταλισμού γενικώς, αλλά και της συγκεκριμένης κάθε φορά κυρίαρχης οικονομικής συνταγής.

Η βασική διαφορά αυτής της πολιτικής από εκείνη που ασκούν οι δεξιές και κεντροδεξιές δυνάμεις, είναι η επίκληση μιας κοινωνικής ευαισθησίας, υποστηρίζοντας έναν υποτίθεται δίκαιο, λογικό, ευαίσθητο καπιταλισμό που μέσα από μεταρρυθμίσεις και αναδιανομή θα μετριάσει τις ανισότητες και τις αδικίες. Το μίγμα «δημοκρατίας και αγοράς» στον κεντροαριστερό λόγο δεν παρουσιάζει τα ακραία χαρακτηριστικά που έχει η ρητορική περί ανταγωνιστικής κοινωνίας και ατομικού ωφελιμισμού, όπως για παράδειγμα στις περιπτώσεις τύπου Θάτσερ ή Ρήγκαν.

Στην Ελλάδα, δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί η αποτελεσματικότητα της κεντροαριστερής πολιτικής έναντι της δεξιάς. Οι τραγικές περιπέτειες και η ιστορία του τόπου, η ύπαρξη μιας πολύ μεγάλης «δεξαμενής» πολιτών δημοκρατικών και αριστερών παραδόσεων, η άμεση διασύνδεση των ελίτ με ξένα συμφέροντα, σκιαγραφούν μερικούς από τους λόγους.

Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι ο άξονας της πολιτικής ζωής στην Ελλάδα έχει πιο κεντροαριστερό πρόσημο, δηλαδή κυριαρχείται από λόγο και επιχειρήματα που βρίσκονται πιο κοντά στην κεντροαριστερή αντίληψη. Αυτό σημαίνει πως μια αντιδεξιά, αντινεοφιλελεύθερη ρητορική είναι αναγκαία για την ύπαρξη ενός πυλώνα που θα διαχειρίζεται την κρατική μηχανή και εξουσία. Η κεντροαριστεροποίηση [οικονομικός νεοφιλελευθερισμός + κοινωνική ευαισθησία βιτρίνας+ γενικευμένο ψέμα] αποτελεί βασική συνιστώσα του πολιτικού συστήματος και των εξελίξεων στη χώρα. Έτσι, οι εξελίξεις διευκολύνονται και προωθούνται σε συστημική τροχιά κυρίως με κεντροαριστερές φόρμουλες, και όχι με ανοικτά κεντροδεξιές-ακροδεξιές. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έβγαλε το σύστημα από τεράστιους κινδύνους, προωθώντας ρυθμίσεις που άλλοι δεν θα μπορούσαν να εφαρμόσουν.

Διεθνώς, όλες οι κεντροαριστερές δυνάμεις είναι ισχυροί υποστηρικτές του μπλοκ της παγκοσμιοποίησης. Είναι οι κυριότεροι εκφραστές της παγκοσμιοποίησης και έχουν εγκολπωθεί και χειραγωγήσει τον «δικαιωματισμό» και μεγάλο μέρος του εθελοντισμού. Πρωτοστατούν στον αγώνα ενάντια στον «εθνολαϊκισμό» και επιχειρηματολογούν για την ανάγκη παραχώρησης κυριαρχίας από τις χώρες στους υπερεθνικούς οργανισμούς, ενώ αναγνωρίζουν τις «αγορές» ως βασικά υποκείμενα της σύγχρονης ζωής.

 

Το επικείμενο ξαναμοίρασμα

Οι κεντροαριστερές πολιτικές δεν είναι άφθαρτες. Το αποδεικνύει το παράδειγμα του ΠΑΣΟΚ που από το 44% ξέπεσε στο 5%. Αυτός είναι ίσως και ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Έχοντας εισέλθει ήδη σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο (μέχρι το 2019 θα διεξαχθούν εθνικές, αυτοδιοικητικές εκλογές και ευρωεκλογές) με συγκεκριμένες μνημονιακές υποχρεώσεις (τρίτη αξιολόγηση κλπ), ο πολιτικός χάρτης θα αλλάξει, μαζί και ο πολιτικός συσχετισμός στη χώρα.

Η γενικότερη ανασύνθεση της Κεντροαριστεράς, οι εξελίξεις στη Δημοκρατική Συμπαράταξη, η παρέμβαση του ΣΥΡΙΖΑ στον χώρο του ΠΑΣΟΚ, οι κινήσεις Λαλιώτη, δείχνουν ότι αρκετοί κατανοούν την σημασία μιας κεντροαριστερής διαχείρισης, αλλά έχουν πολύ φθαρμένο προσωπικό για να εκμεταλλευτούν τις ευκαιρίες προς όφελός τους.

Ο Αλ. Τσίπρας θα παίξει αυτό το χαρτί, με στόχο την διατήρηση ενός ικανοποιητικού ποσοστού που θα του επιτρέπει να κάνει «παιχνίδι» μετεκλογικά, έχοντας περιθώρια συνεργασιών και συμμαχιών. Έτσι, το ερώτημα δεν είναι τώρα ακριβώς «πόσο ΠΑΣΟΚ είναι ο ΣΥΡΙΖΑ», ούτε «πόσα ΠΑΣΟΚ υπάρχουν στη χώρα». Είναι κυρίως πόσο πειστικός θα είναι ο κεντροαριστερός λόγος για τον εγκλωβισμό κόσμου απέναντι στην «λαίλαπα Μητσοτάκη». Ο νέος συσχετισμός που θα προκύψει, θα σημαδέψει και τις επόμενες κινήσεις της Δημοκρατικής Συμπαράταξης. Θα συνδράμει σε μια κυβέρνηση με την Ν.Δ.; Θα προτιμήσει νέα προσφυγή στις κάλπες; Κι αν υπάρξουν πιέσεις για σχηματισμό κυβέρνησης «εθνικής ενότητας»;

Το ξαναμοίρασμα της τράπουλας δεν θα είναι απλή υπόθεση, ούτε θα εξαρτηθεί από τις ικανότητες των επιτελείων ή των διαφημιστικών εταιρειών. Θα καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό από τις πιέσεις της πραγματικότητας, από τα μέτρα και τις ρυθμίσεις που πρέπει ακόμα να περάσουν, από τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τις ενδοευρωπαϊκές διενέξεις. Αλλά και από τις ρητές ή άρρητες μορφές αντίστασης που θα εμφανιστούν. Ίσως και από την εκλογική συμπεριφορά της τελευταίας στιγμής, αφού το πόσοι θα πάνε στις κάλπες και τι θα κάνουν δεν είναι τόσο προκαθορισμένο.

 

Απαραίτητοι διαχωρισμοί

Ο διαχωρισμός σε πολιτικό επίπεδο από την κεντροαριστερή αντίληψη και η συστηματική αποκάλυψή της, αποτελεί κομβικό σημείο για την αντιστροφή της ατμόσφαιρας καθήλωσης που έχει επικρατήσει στον λαϊκό παράγοντα. Η «αποσυριζοποίηση» είναι ένας όρος αναγκαίος αλλά όχι αρκετός. Καμιά φορά μάλιστα, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, η γενικευμένη και ηχηρή «καταγγελιολογία» και τα δραματικά αναθέματα για την «προδοσία Τσίπρα» φανερώνουν το αντίθετο από αυτό που διακηρύσσουν, δείχνουν αυταπάτες που δεν έχουν ξεπεραστεί. Ιδιαίτερα όταν δεν συνοδεύονται από προτάσεις στα καίρια ζητήματα. Μια ειδική πολιτική αντιμετώπισης του κεντροαριστερού λόγου και άξονα, της μεγάλης εξαπάτησης που επιχειρούν, είναι απαραίτητη για όσους επιδιώκουν την αντιστροφή της σημερινής κατάστασης.

 

https://www.e-dromos.gr/o-kentroaristeros-axonas/

Tagged : /

Ρόλος και όρια της Αριστεράς στη μεταπολίτευση (1974-2010) – Άρθρο στο Δρόμο (φ.370 – 29/7/2017)

 

Ορισμένοι μελετητές, θέλοντας να αναλύσουν την τυπολογία του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση, κάνουν λόγο για «τριπολικό κομματικό σύστημα με δικομματική δυναμική αντιπαράθεσης», για «τρικομματισμό με διπολική δυναμική» ή και για «απόλυτο πολωμένο τρικομματισμό». Ο τρίτος παράγοντας, το «τρίτο πρόσωπο», είναι φυσικά η Αριστερά.

Στα χρόνια της μεταπολίτευσης, ο δικομματισμός κυριάρχησε, συγκεντρώνοντας ποσοστά της τάξης του 80% του εκλογικού σώματος. Πάντα όμως υπήρχε ένας ακόμα πόλος, συμπληρωματικός προς το μεταπολιτευτικό σύστημα, εκφραζόμενος από τις δυνάμεις που αναφέρονταν στην Αριστερά.

Οι προσεγγίσεις που προαναφέραμε, όμως, δεν είναι οι μόνες. Αρκετοί άλλοι αναλυτές θεωρούν τον ρόλο της Αριστεράς κατά την περίοδο 1974-2010 περιθωριακό ή μη ουσιαστικό, παρουσιάζοντάς την περίπου σαν έναν «φτωχό συγγενή» στο πολιτικό σκηνικό.

Η σταθερότητα, αλλά και οι μεταβολές και εναλλαγές της περιόδου, δεν μπορούν όμως να ερμηνευτούν χωρίς να εντοπιστεί η οργανική σχέση που είχε με το μεταπολιτευτικό καθεστώς η σύνολη Αριστερά και η ιδιαίτερη στήριξη των κομμάτων της (ΚΚΕ, ΚΚΕ εσωτ. και αργότερα ΣΥΝ) προς το σύστημα.

Αν θέλουμε να κάνουμε μια γενική παρατήρηση, ο ρόλος της Αριστεράς στην περίοδο 1974-2010 είναι συμπληρωματικός και σταθεροποιητικός. Η συμπληρωματικότητα εκφράζεται με την αποδοχή των ορίων που έθεταν οι αστικές δυνάμεις (και οι συμβιβασμοί ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις), ενώ συνομολογούνταν τα ειδικά κοινωνικά και πολιτικά συμβόλαια που λειτούργησαν (λύση Καραμανλή και αργότερα «αλλαγή» ΠΑΣΟΚ).

Η συμπληρωματικότητα αυτή, δεν τροποποιείται ούτε την εποχή που για πρώτη φορά, σε επίπεδο μεταπολεμικής δυτικοευρωπαϊκής χώρας, η Αριστερά παίρνει μέρος σε κυβερνητικά σχήματα, πρώτα με την Ν.Δ. (κυβέρνηση Τζανετάκη) και μετά με Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ μαζί (οικουμενική Ζολώτα). Οι κυβερνήσεις αυτές δεν ήταν άχρωμες ή «αόρατες», όπως αρέσκονται να τις παρουσιάζουν εκ των υστέρων, αλλά οριοθέτησαν την είσοδο της Ελλάδας στην περιοχή του ανοικτού νεοφιλελευθερισμού των δεκαετιών του ’90 και του 2000 (τριετία Μητσοτάκη, Σημητικός εκσυγχρονισμός, κυβερνήσεις Κώστα Καραμανλή).

Η σταθεροποιητική λειτουργία της Αριστεράς προς το σύστημα, συνίσταται στον ειδικό ρόλο τιθάσευσης και αποπροσανατολισμού του λαϊκού κινήματος και στη συνειδητή άρνηση να εκτιμήσει ή να αξιοποιήσει προς μια άλλη πορεία τον έντονο ριζοσπαστισμό που είχε εκδηλωθεί ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Και όχι μόνο: Πρωταγωνίστησε σε πολλές περιπτώσεις στην συκοφάντηση αγώνων και στον πυροσβεστικό ρόλο απέναντι στις διαθέσεις που εμφανίστηκαν, ενώ δημιούργησε «υγειονομικές ζώνες» απέναντι σε αγωνιστικές δυνάμεις. Η θεωρία του «αριστεροχουντισμού» λανσαρίστηκε ώστε να θεωρηθούν όλοι οι σημαντικοί αγώνες μετά το 1974 ως έργο αριστεριστών και υπολειμμάτων της χούντας, ενώ παντού ανακαλύπτονταν «προβοκάτορες». Ο έλεγχος εκ των άνω και ο ευνουχισμός αγωνιστικών διαθέσεων, η καθυπόταξη της διαθεσιμότητας ενός ευρύτατου δυναμικού σε μια ανούσια κομματική οικοδόμηση που επένδυε μόνο στην κοινοβουλευτική και γραφειοκρατική ποδηγέτηση, η έμφαση στην δημιουργία μηχανισμών, όλα αυτά έδωσαν σοβαρές σταθεροποιητικές ανάσες εν γένει στο σύστημα. Αυτός είναι και ο λόγος που απέσπασε τα εύσημα της υποτιθέμενης «απέναντι» πλευράς για τη σοβαρότητα και την υπευθυνότητα που έδειξε.

Ο συμπληρωματικός και σταθεροποιητικός ρόλος της Αριστεράς στο μεταπολιτευτικό πλαίσιο, δημιούργησε ειδικές σχέσεις με δυνάμεις του κατεστημένου. Ορισμένοι δε χειρισμοί, την οδήγησαν να έχει μια αποδοχή αξιοζήλευτη σε μια περίοδο (1989-91) που παγκοσμίως τέθηκε σε «καραντίνα». Η ελληνική Αριστερά δεν ένοιωσε καμιά πίεση για τις σχέσεις της με τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» την εποχή που κατέρρεε, και μάλιστα σε αυτήν την περίοδο δημιουργεί πιο οργανικούς δεσμούς με το σύστημα, μετέχοντας σε κυβερνητικά σχήματα. Το ιταλικό PCI, που από νωρίς είχε διαχωρίσει την θέση του από την ΕΣΣΔ και ήταν οργανικό κόμμα του ιταλικού συστήματος, δέχθηκε έντονη επίθεση, βγήκαν στην φόρα λογαριασμοί και σκοτεινές υποθέσεις, έγιναν δίκες για «κόκκινα εγκλήματα» σε διάφορες περιοχές κ.λπ. Ένα ειδικό αντικομμουνιστικό ρεύμα και μια έντονη πίεση υπήρξε εκείνα τα χρόνια παντού εκτός από την Ελλάδα. Αντίθετα, εδώ η Αριστερά γίνεται πιο οργανικό τμήμα του συστήματος. Ο ρόλος του Χαρίλαου Φλωράκη είναι καταλυτικός και για τους χειρισμούς αλλά και για τις συμφωνίες που γίνονται. Αυτά τα γνωρίζουν βεβαίως όσοι τιμούν το «καπετάνιο» στην αετοφωλιά του (π.χ. Λαφαζάνης-ΛΑΕ). Οι δεσμοί είναι τέτοιοι και τόσοι που ο Ν. Κωνσταντόπουλος (πρόεδρος του ΣΥΝ που θα ψηφίσει και τη συνθήκη Μάαστριχτ) περιοδεύει την επόμενη περίοδο στις βαλκανικές πρωτεύουσες σαν κυβερνητικός εκπρόσωπος των Πασοκικών κυβερνήσεων σε πλήρη συνεννόηση με το υπουργείο Εξωτερικών, ενώ αργότερα πιστεύει βάσιμα ότι μπορεί ο Καραμανλής να τον προτείνει για Πρόεδρο της Δημοκρατίας…

Η ελληνική Αριστερά έχει μια ακόμα ιδιομορφία: Οι δύο επίσημες εκδοχές της (ΚΚΕ και ΚΚΕ εσωτ.) έδιναν η μια στην άλλη πολλά επιχειρήματα για τον εγκλωβισμό δυνάμεων στα πλαίσιά τους. Ο δογματισμός και η προσκόλληση στον «υπαρκτό» έδινε την δυνατότητα στο ΚΚΕ εσωτ. να μαζεύει ένα δυναμικό ευαίσθητο και κριτικό προς αυτές τις πλευρές, ενώ η πιο ανοιχτά «δεξιά» οπορτουνιστική γραμμή του ΚΚΕ εσωτ. έδινε προσχήματα στο ΚΚΕ ότι μάχεται ενάντια στον «δεξιό αναθεωρητισμό». Ο εμφύλιος ανάμεσα στις παρατάξεις αυτές (όπως και ο ανοικτός πόλεμος και σε άλλες εκφράσεις της Αριστεράς στην Ελλάδα) ήταν ένας από τους λόγους απομάκρυνσης από την Αριστερά.

 

Ιδεολογικός και πολιτικός ευνουχισμός

Ο συμπληρωματικός και σταθεροποιητικός ρόλος της Αριστεράς δεν έγινε σε «εργαστηριακό περιβάλλον», ούτε αφορούσε μια γενική θεωρητική ή ιδεολογική συζήτηση. Έγινε μέσα από την παρέμβαση και την πολιτική που αυτή ακολούθησε. Σε καμιά περίπτωση –στα χρόνια που εξετάζουμε- δεν διανοήθηκε για τον εαυτό της έναν αυτόνομο ρόλο (ένας τέτοιος ρόλος δεν θα πρέπει να συγχέεται με την σφοδρή αυτοαναφορικότητα, τον απεχθή σεχταρισμό και την καταγγελιολογία), δεν κατέθεσε καμιά πραγματική εναλλακτική πρόταση για τη χώρα και την κοινωνία, δεν πρόβαλλε κάποια ιδέα και πολιτική που να συγκινούσε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού.

Ο ιδεολογικός και πολιτικός ευνουχισμός ήταν αποτέλεσμα ορισμένων ιδεών και επιλογών, με δύο από αυτές να έχουν κεντρική θέση:

Α) Η στήριξη των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Η μία πλευρά (ΚΚΕ) το έκανε με ιδιαίτερη θέρμη, φανατισμό και δογματισμό, σε πλήρη ιδεολογική και πολιτική εξάρτηση από την σοβιετική πολιτική (ο Κώστας Κάππος είναι ο μόνος από τον χώρο αυτό που μίλησε ανοικτά για το ζήτημα όταν παραιτήθηκε κι αποχώρησε από το ΚΚΕ λόγω της συνεργασίας με την Ν.Δ. Πολύ αργότερα ο Γρηγόρης Φαράκος, που διετέλεσε για λίγο και γραμματέας του ΚΚΕ, θα κάνει λόγο και εκείνος για αυτές τις σχέσεις, από άλλη αφετηρία και καταλήγοντας σε άλλα συμπεράσματα). Η άλλη πλευρά, το ΚΚΕ εσωτ., παρ’ όλο που διαφοροποιήθηκε από το αυστηρά σοβιετικό μοντέλο, εντούτοις πλάσαρε κι αυτό σαν σοσιαλισμό καθεστώτα όπως του Τσαουσέσκου, με το οποίο διατηρούσε τις ειδικές σχέσεις που όλοι γνωρίζουμε.

Ωστόσο, και οι δύο πτέρυγες «πέταξαν την σκούφια τους» από χαρά με την πολιτική Γκορμπατσόφ. Δεν κατάλαβαν (ή έκαναν πως δεν κατάλαβαν) ότι αυτή άνοιγε τον δρόμο για την τυπική παλινόρθωση του καπιταλισμού στις χώρες του «υπαρκτού» σε πλήρη συνεργασία με την Δύση και τις τοπικές μαφίες – ολιγαρχίες – σατραπείες που είχαν δυναμώσει την προηγούμενη περίοδο της «σοσιαλιστικής οικοδόμησης»…

Β) Η με ασίγαστο πάθος στήριξη του ΠΑΣΟΚ και της «αλλαγής» σαν μοναδικής προοπτικής για την ελληνική κοινωνία.

Η στήριξη που έδωσε η επίσημη Αριστερά στον Ανδρέα Παπανδρέου, είναι κραυγαλέα και πηγάζει από τα προδικτατορικά σχήματα υπαγωγής σε κεντρώες δυνάμεις με το σκεπτικό ότι δεν είναι εφικτό η Αριστερά να παίξει έναν αυτόνομο πολιτικό ρόλο. Η πολιτική της «ουράς» μιας πτέρυγας της αστικής τάξης, ήταν η πολιτική γραμμή που πρότειναν με όλους τους τρόπους και οι δύο εκδοχές της Αριστεράς.

Η πολιτική της «υπευθυνότητας», έφτασε μέχρι το σημείο να εφευρίσκουν ακόμα και «πολιτικές» συνεργασίας με την Δεξιά σε ειδικές συνθήκες (όπως η προβολή της περίφημης «ΕΑΔΕ» από το ΚΚΕ εσωτ., και η υποστήριξη της «κάθαρσης» από ΚΚΕ και ΚΚΕ εσωτ. το 1989).

Η παράδοση προς το ΠΑΣΟΚ, πάντως, στα χρόνια πριν και μετά το 1981, αλλά και αργότερα, ήταν μεγάλης εμβέλειας και δημιούργησε άλλους όρους. Η ελληνική Αριστερά βούτηξε στα νερά της ευμάρειας και του κράτους δανεισμού, όπως και στα Σημιτικά οράματα για τα Βαλκάνια, την Ολυμπιάδα του 2004 κ.λπ. Ο «κυβερνητισμός» της εποχής εκείνης, είχε πάντα τα χαρακτηριστικά της συμπληρωματικότητας, και πιο λαϊκά ειπωμένο, της «τσόντας» σε κυβερνητικά σχήματα.

***

Τα όσα θα ακολουθήσουν στην μνημονιακή εποχή δεν είναι άσχετα από την πορεία της αριστεράς στην περίοδο της μεταπολίτευσης. Ορισμένα χαρακτηριστικά θα ενταθούν και άλλα θα ατονήσουν, το γενικό όμως φόντο θα είναι η μεγαλύτερη διάλυση και ευνουχισμός του λαϊκού παράγοντα, μέσω του κυβερνητισμού (πλήρης συστημική απορρόφηση) από τη μια και του σεχταρισμού της ακινησίας από την άλλη. Καμία προοπτική, κανένα μέλλον ή σχέδιο για την ελληνική κοινωνία και τη χώρα. Η επιλογή μοιάζει να είναι ανάμεσα στην «έξοδο στις αγορές» εδώ και τώρα και την «λαϊκή εξουσία και λαϊκή οικονομία» κάποτε. Επί του παρόντος, όλοι μαζί στον προεδρικό κήπο να τιμήσουμε σε μια ευχάριστη ατμόσφαιρα την επέτειο της μεταπολίτευσης…

 

 

Η άλλη αριστερά

Στην χώρα μας δεν υπήρξαν μόνο οι δύο επίσημες παρατάξεις της Αριστεράς. Υπήρξε και μία άλλη Αριστερά, ας την πούμε κατ’ αρχάς εξωκοινοβουλευτική (αφού έδρασε κυρίως εξωκοινοβουλευτικά) και είχε διάφορες μορφές στις περιόδους της μεταπολίτευσης.

Από το 1974 έως το 1982 λειτούργησε κυρίως μέσω οργανώσεων μαοϊκής κατεύθυνσης ΚΚΕ (μ-λ) και ΕΚΚΕ, ενώ στα χρόνια 1978-1979 σημαντικό μέρος της νεολαίας του ΚΚΕ Εσωτερικού αποχωρεί από τον οργανισμό αυτό και δημιουργεί την Β’ Πανελλαδική, που κι αυτή δραστηριοποιείται στον εξωκοινοβουλευτικό χώρο με έναν ιδιαίτερο ρόλο στην θεωρητική αναζήτηση.

Από τις αρχές του ’80 δοκιμάζεται το συσπειρωσιακό μοντέλο, ιδιαίτερα στους φοιτητικούς χώρους, και μπορούμε να πούμε πως ο χώρος των Αριστερών Συσπειρώσεων Φοιτητών άσκησε έναν ρόλο κριτικής στον ΠΑΣΟΚισμό με ορισμένους μαζικούς όρους και αυτό σε αντίθεση με την ΚΝΕ και τον Ρήγα Φεραίο (νεολαία του ΚΚΕ Εσωτερικού) που στήριζαν με πάθος μαζί με την νεολαία ΠΑΣΟΚ την κυβερνητική γραμμή. Κι αυτά μέχρι το τέλος του 1987.

Μετά άρχισαν διάφορες απόπειρες σύνδεσης με μια πιο «άγρια» νεολαία και έγιναν δύο συναντήσεις. Μία με τον αντιεξουσιαστικό χώρο και μία με το τμήμα που αποσπάστηκε από το ΚΚΕ, το ΝΑΡ. Τα διάφορα εγχειρήματα δεν είχαν τότε έναν προγραμματικό λόγο μπροστά σε μεγάλες αλλαγές που γίνονταν στο κόσμο. Διάφορες απόπειρες εκλογικής καταγραφής σχημάτων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς δεν έχουν επιτυχία και έτσι οι φορείς φυτοζωούν.

Στην δεκαετία του ’80 εμφανίζεται και μαζικοποιείται αρκετά και ο χώρος των Οικολόγων που κι αυτός θα δοκιμαστεί διπλά: μέσα από την κοινοβουλευτική παρουσία και τα καθήκοντα που αυτή θέτει και στην έλλειψη γενικότερων αναφορών για σημαντικά γεωπολιτικά ζητήματα που θα προκύψουν στα χρόνια 1989-1992.

Στη δεκαετία του 1990 και στις αρχές του 2000 η ΚΟΕ έχει συσπειρώσει αρκετές δυνάμεις και στη βάση της συμμετοχής στο αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα και σε μια αντισεχταριστική κατεύθυνση δημιουργεί κάποιες εκπλήξεις και παίρνει μέρος σε εγχειρήματα της ευρύτερης Αριστεράς και στον ΣΥΡΙΖΑ. Παρόλη την ανάπτυξή της δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στα αυξημένα και πιο πολύπλοκα καθήκοντα που έθεσε η μνημονιακή περίοδος και δοκίμασε μια σειρά από κρίσεις. Φάνηκε πολιτικά και ιδεολογικά ανέτοιμη για μια πιο απαιτητική πολιτική.

Στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 21ου ορισμένες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς δημιουργούν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ (αντιγράφοντας ορισμένα πράγματα από την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ) που έχει μια κοινωνική και πανελλαδική διάσταση. Τέλος, η αποχώρηση ενός δυναμικού από τον ΣΥΡΙΖΑ δίνει ζωή σε μια μικρογραφία του, την ΛΑΕ.

Αυτό το πολύ χοντροκομμένο περίγραμμα, (χοντροκομμένο γιατί υπήρξε πληθώρα οργανώσεων και προσπαθειών στα 36 αυτά χρόνια) περιγράφει τις πλέον σημαντικές απόπειρες. Σε γενικές γραμμές αυτή η άλλη Αριστερά είχε ορισμένα χαρακτηριστικά που πρέπει να μνημονευτούν.

Ήταν από την άλλη πλευρά του ποταμού, δεν ήταν συστημική, είχε αγωνιστικά χαρακτηριστικά, προώθησε αγώνες, αντιμετώπισε διώξεις, έδωσε μάχες π.χ. η κατάργηση του νόμου 815 με το κίνημα των καταλήψεων του 1979 ήταν η μόνη νίκη που καταφέρθηκε στην κυβέρνηση του Καραμανλή από το λαϊκό κίνημα. Άνοιξε θεματολογίες και μέτωπα σε πολλά επίπεδα και συγκρούστηκε ιδεολογικά με τις θεωρίες που πρόβαλλε η επίσημη Αριστερά.

Δεν μπόρεσε να παράξει πολιτική, «υπήρχε» μέσα από ένα διογκωμένο πλέγμα υπερπολιτικής και υπεριδεολογικοποίησης όλων των ζητημάτων (στις καλές εποχές), σεχταρισμού και αυτοαναφορικότητας, δεν διέθετε μια μαζική πολιτική και μια πολιτική συμμαχιών κι ανοιγμάτων, κατασπαταλήθηκε και σε μικρούς εμφύλιους. Γνώρισε κρίσεις και από την πορεία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος αλλά και των διαφόρων κέντρων του. Μπήκε σε κρίση και ένοιωσε κύματα διάλυσης στην δεκαετία του ’80. Τα τμήματα που αποσπάστηκαν από τους επίσημους φορείς ιδιαίτερα αυτά που προέρχονταν από το ΚΚΕ δεν μπόρεσαν ποτέ να δουν αυτοκριτικά και σε βάθος το ρόλο τους σε ολόκληρη την μεταπολίτευση και έφεραν-έμπασαν από το παράθυρο τη μέθοδο του καπελώματος και του ελέγχου διαφόρων εγχειρημάτων.

Ο ακτιβισμός, ο εμπειρισμός και ο πρακτικισμός ήταν ορισμένες βασικές ασθένειες που εμπόδισαν το πολιτικό προχώρημα και την πολιτική ωρίμανση αυτού του χώρου. Όταν εξέλιπαν οι προγραμματικές τοποθετήσεις και ορισμένοι ιδεολογικοί όροι, τότε ο δρόμος για τη ενσωμάτωση ήταν διάπλατος ειδικά για ηγετικά στελέχη των χώρων αυτών. Ο αντιδιανοουμενισμός και ο δογματισμός εμπόδισαν και τους χώρους αυτούς να παράξουν αναλύσεις και υποθέσεις για τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Αργότερα, οι όποιες εργασίες χρησίμευαν περισσότερο σε μια προσωπική ακαδημαϊκή ανέλιξη, παρά στο να φωτίσουν ορισμένα συλλογικά εγχειρήματα.

Το σημείωμα αυτό δεν υπεισέρχεται στην πολιτική συμπεριφορά, τις ευκαιρίες, τις αποτυχίες όλης της Αριστεράς στα μνημονιακά χρόνια

https://www.e-dromos.gr/rolos-kai-oria0ths-aristeras-sth-metapolitefsh/

Tagged : /